Λίγες μέρες πρίν, στις 9 Αυγούστου του 2014, οι βόμβες έπεφταν ακόμα στην Γάζα και έκαναν πολύ θόρυβο και σκόρπιζαν τον θάνατο, την καταστροφή και τα ερείπια. Εκείνη την ίδια μέρα όμως, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, ένας ανέμελος 37χρονος μαύρος άνδρας ονόματι John Crawford έμπαινε σε ένα WallMart, μάλλον για να αγοράσει παιχνίδια. Κάτι που στην Αμερική, φαίνεται ότι μπορεί να τιμωρηθεί πολύ σκληρά.

Λίγα λεπτά αργότερα, ο Crawford ήταν ξάπλα στο πάτωμα, με αίμα γύρω του να λιμνάζει και δυο μπάτσους να τον σημαδεύουν με καπνισμένα όπλα. Είχε πάει στο κατάστημα με σκοπό να αγοράσει κάτι, μάλλον ένα όπλο-παιχνίδι, ψεύτικο. Οι μπάτσοι υπέθεσαν ότι είναι αληθινό και άδραξαν την ευκαιρία να μοιάσουν στον Επιθεωρητή Κάλαχαν η τον Δικαστή Ντρέντ: πρώτα πυροβόλησαν και μετά έκαναν ερωτήσεις. Το μόνο που πρόλαβε να πεί ο Crawford ήταν μια φράση: “it’s not real”. Φυσικά σύμφωνα με την αστυνομία του Ohio, όπου έγιναν όλα αυτά, τα πράγματα δεν είναι έτσι και απειλούταν η ζωή των αστυνομικών και είχαν μια ανώνυμη καταγγελία και η αστυνομία μας προστατεύει όλους και θα γίνει ΕΔΕ. Μια δεύτερη πελάτισσα επίσης έχασε την ζωή της, πάνω στον πανικό των πυροβολισμών. Τα δύο όργανα που πυροβόλησαν, τέθηκαν σε διοικητική άδεια, μετ’ αποδοχών.

Ο Mike Brown πάλι, δεν μπήκε σε ένα πολυκατάστημα για να αγοράσει ψεύτικα όπλα. Έκανε το ακριβώς αντίθετο: έβγαινε από αυτό. Η αστυνομία ισχυρίζεται ότι είχε μια καταγγελία από τους εργαζόμενους του καταστήματος ότι ο 18χρονος Mike είχε κλέψει κάτι, αξίας 1.50 δολαρίου. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι του καταστήματος αντίθετα, λένε ότι δεν ειδοποίησαν ποτέ την αστυνομία για κλοπή. Παρόλα αυτά, βγαίνοντας ο Mike, πέφτει σε έναν μπάτσο, ο οποίος, ίσως μετά από διαπληκτισμό, τον πυροβολεί 2 φορές μέσα από το περιπολικό ενώ αυτός έχει τα χέρια στον αέρα. Στην συνέχεια βγαίνει από το αυτοκίνητο, τον πλησιάζει και τον πυροβολεί αρκετές φορές (γύρω στις 8, σύμφωνα με μαρτυρίες) εν ψυχρώ.

Η αστυνομία φυσικά ισχυρίζεται ότι ο Brown τους επιτέθηκε, ακολούθησε διαπληκτισμός και τα γνωστά που λέγονται πάντα σε αυτές τις περιστάσεις. Τέλος πάντων, ο Mike Brown, που την Δευτέρα θα άρχιζε να πηγαίνει στο πανεπιστήμιο, βρέθηκε και αυτός σε μια λίμνη αίματος, στο πεζοδρόμιο του Ferguson των ΗΠΑ. Το σώμα του μάλιστα αφέθηκε σε κοινή θεά για αρκετές ώρες, μέχρι να τελειώσουν οι μπάτσοι την έρευνα και να το μαζέψουν. Μια μικρή προειδοποίηση στην γειτονιά για το ποιος κάνει κουμάντο εδώ και ποιος έχει την άδεια ουσιαστικά, να σκοτώνει και να τιμωρεί. Φυσικά, οι δύο μπάτσοι τέθηκαν σε διοικητική άδεια, μετ’ αποδοχών.

Τα θύματα των δύο αυτών περιστατικών, είχαν ένα κοινό: ήταν μαύροι. Και αυτό έπαιζε και παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στην Αμερική. Δεν είναι θέμα χρώματος όμως, είναι κατά βάθος, θέμα τάξης. Μιας και το δει κανείς απ’ αυτή τη σκοπιά, οι δύο ιστορίες εκτοξεύονται, απλώνονται και ανάγονται σε ολόκληρο τον πλανήτη, σε κάθε χώρα, σε κάθε αστυνομία και σε κάθε κοινωνία. Το Κράτος και η Βία πάνε μαζί εξάλλου· οι αρχαίοι Έλληνες στην μυθολογία τους τους θεωρούσαν αδέρφια.

Ο Θανάσης Καναούτης, αν και λευκός, πέρσυ στις 13/8 βρέθηκε και αυτός νεκρός στον δρόμο, σαν τον Mike Brown. Λίγο πολύ, για τον ίδιο λόγο: ο ένας “έκλεψε” και ο άλλος ήταν “τζαμπατζής”, σύμφωνα πάντα με τους γνωστούς που δεν χρειάζεται να αναφερθούν πάλι, για λόγους κυρίως υγείας. Εντελώς τυχαία, το ποσό του εισιτηρίου που δεν πλήρωσε ο Καναούτης είναι περίπου ίδιο με το ποσό του αντικειμένου που “εκλεψε” o Brown. Αυτό το ευτελές ποσό, το πλήρωσαν με την ζωή τους. Η κοινή γραμμή που τους συνδέει και τους τρείς (και άπειρους άλλους, ανά τον πλανήτη και ανά τις εποχές), είναι ότι ήταν φτωχοί. Πέθαναν ουσιαστικά, για τον ίδιο λόγο, το χρήμα· ή μάλλον, την έλλειψη αυτού.

Ο ταξικός πόλεμος δεν σταματά ποτέ: όσο υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, είναι δεδομένο ότι θα υπάρχει αναταραχή. Κάποιες φορές υποβόσκει, κάποιες φορές ξεσπά. Κάποιες φορές καταστέλλεται ήσυχα, κάποιες φορές με σφαίρες. Πάντα όμως ο ίδιος πόλεμος με άπειρες στην ιστορία μάχες.Μόνο που στα χρόνια μας, αυτός ο πόλεμος φαίνεται να είναι μονόπλευρος. Δεν υπάρχει πραγματική σύγκρουση, υπάρχει μόνο η μία υπερεξοπλισμένη, κυρίαρχη, καλά οργανωμένη, με άφθονους πόρους πλευρά που επιτίθεται ανελέητα στην άλλη. Κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων, αναδιανομή πλούτου από τα χαμηλά στρώματα στις οικονομικές ελίτ, ισοπέδωση των πολιτικών δικαιωμάτων, εξαφάνιση κάθε θεσμικής δυνατότητας της πλειοψηφίας να παρεμβαίνει: η μια πλευρά νικά και το κάνει μάλιστα με σχετική άνεση. Οι αντιστάσεις είναι μικρές και αδύναμες, ακόμα. Και οι απώλειες, μονόπλευρες. Δεν θα βρεί κανείς πολλούς εκατομμυριούχους ξαπλωμένους στο δρόμο μέσα στο αίμα τους από σφαίρα αστυνομικού, ούτε υπάρχουν πολλοί από δαύτους στις φυλακές. Θα τους βρείς στην Μύκονο, να κάνουν πάρτυ με τα κλεμμένα και να μην δίνουν δεκάρα για την “κατακραυγή”. Δεν νοιάζονται γιατί ξέρουν ότι έχουν ασυλία, ξέρουν ότι σε αυτόν τον πόλεμο κερδίζουν, ξέρουν ότι οι νικητές γράφουν τους κανόνες και αποκτούν ήδη την αλαζονεία του κυρίαρχου που θεωρεί ότι τίποτε δεν μπορεί να τον σταματήσει. Οι ηττημένοι είτε βγάζουν τον σκασμό, είτε βρίσκονται σαν τον Καναούτη και τον Brown, νεκροί στον δρόμο.

Σε αυτόν τον ανάποδο κόσμο, κάθε έγκλημα εξετάζεται από ποσοτικής άποψης: τα 1.50 δολάρια ή τα 1.40 ευρώ βαραίνουν σαφώς περισσότερο από τα κλεμμένα εκατομμύρια ή το ξέπλυμα μαύρου χρήματος ή τις διάφορες τραπεζικές κομπίνες. Η κυρίαρχη πλευρά δεν εξετάζει την πράξη την ίδια, αλλά το ποιος την έκανε· όπως σε κάθε κατοχή, τα εγκλήματα του κατακτητή δεν θεωρούνται έγκλημα, ενώ οι πράξεις των κατακτημένων τιμωρούνται σκληρά, ακόμα και αν είναι μικρότερης βαρύτητας. Πάντα όμως, το θύμα πρέπει να μετατρέπεται σε θύτη· βασικό αξίωμα όταν δολοφονείς έναν φτωχό. Επιτρέπει τον χαρακτηρισμό του γεγονότος ως “μεμονομένο”, επιτρέπει την διατήρηση του ηθικού πάνω χεριού, καλή ώρα της αστυνομίας σαν μια δύναμη που “προστατεύει” ακόμα και αν κάποιες φορές συμβαίνουν ατυχήματα. Επιτρέπει την διαιώνιση της επιλογής της εκτέλεσης κάποιου φτωχού για παραδειγματισμό την επόμενη φορά και περιορίζει τις όποιες αντιδράσεις. Κυρίως όμως, γεμίζει την κοινωνία με τους γνωστούς “ναι αλλά…”, αυτούς που ψάχνουν να βρούν δικαιολογίες για να μην εγκαταλείψουν την πίστη τους στους κυρίαρχους θεσμούς, που τους αποσπά από το ενοχλητικό καθήκον του να αντικρύσουν την κατάσταση όπως είναι: ένας αυξανόμενης έντασης πόλεμος. Και αυτός είναι αληθινός, πολύ αληθινός, το εντελώς αντίθετο από το ψεύτικο όπλο του νεαρού μαύρου άνδρα στην Αμερική.

Ο Τσίπρας πήγε στο Άγιο Όρος και όλα τα ΜΜΕ έτρεξαν να το καλύψουν. Πήγε, προσκύνησε, έβγαλε λόγους, εξέφρασε τον θαυμασμό του, μίλησε με θερμά λόγια, μένει και ένα βράδυ εκεί, απομονώθηκε με την ιερή εικόνα, συζήτησε και με τον μοναχό Νικόδημο και φεύγει.

Είναι πολύ μεγάλη κατάντια για την αριστερά να φτάνει να φιλήσει το χέρι παπά, προκειμένου να καταφέρει να γίνει εξουσία. Δηλαδή, ίσως να γίνει, αλλά στην πορεία θα έχει χαθεί οτιδήποτε το αριστερό.

Όχι γιατί οι αριστεροί είναι άθεοι, που δεν είναι όλοι, ούτε για λόγους θρησκευτικούς. Κυρίως γιατί το να αναγκάζεσαι να προσκυνήσεις κάποια κατεστημένα συστήματα εξουσίας για να καταφέρεις να πάρεις την εξουσία δηλώνοντας ταυτόχρονα αριστερός, είναι σαν το ρητό που αγιάζει τα μέσα: μούφα. Μπορεί να την πάρεις την εξουσία, αλλά θα έχεις χάσει την ουσία σου και την αναφορά σου στην λέξη “αριστερά”.

Θα περίμενε κανείς ο Τσίπρας να έχει τουλάχιστον την ελάχιστη τιμιότητα και να σταματήσει να αποκαλείται “αριστερός”, πόσο μάλλον “ριζοσπάστης”. Σόρυ, αλλά αυτό που ξέρω εγώ σαν αριστερά, δεν περιλαμβάνει τον όρο “φιλάω κατουρημένες ποδιές για να γίνω εξουσία”. Έχει τακτικές και στρατηγικές, άλλες σωστές και άλλες λάθος, άλλες προωθητικές και άλλες που την πάνε πίσω, αλλά δεν πάει ποτέ να ζητήσει την εξουσία από αυτούς που υποτίθεται ότι πολεμάει. Υπάρχουν πολλές λέξεις για να περιγράψουν αυτή την φάση, οι περισσότερες κακές, το “Aριστερά” πάντως δεν είναι μέσα.

Επειδή η συλλογική ευθύνη δεν ισχύει ποτέ, δεν είναι όλος ο ΣΥΡΙΖΑ έτσι. Παρόλα αυτά, ο αρχηγός είναι, και ο ΣΥΡΙΖΑ μετατρέπεται πολύ γρήγορα σε ένα αρχηγοκεντρικό κόμμα, με στενή κομματική ηγεσία κτλ κτλ. Ακριβώς μία από τα ίδια δηλαδή. Άλλη μια μεγάλη κατάντια για την αριστερά: να μην προωθεί ιδέες και αξίες, αλλά ένα χαρισματικό (;) πρόσωπο. Τα ίδια έκανε και το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, τα ίδια και ο ΣΥΡΙΖΑ που ισχυρίζεται ότι είναι το νέο.

Υπάρχουν πολλοί θρησκευόμενοι σε αυτή τη χώρα που είναι καλοί άνθρωποι και παπάδες μέσα σε αυτούς και γενικά, ο καθένας ας πιστεύει (ή ας μην πιστεύει) ότι θέλει, χωρίς να επηρεάζει τους άλλους με αυτή του την επιλογή. Παρόλα αυτά όμως, ο Τσίπρας, όταν φιλάει το χέρι της γνωστής Α.Ε. δεν το κάνει για θρησκευτικούς λόγους, αλλά για λόγους ψήφων. Εκτός βέβαια αν θέλουμε να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Προσπαθεί να διεισδύσει στο σκοταδιστικό τμήμα που η Εκκλησία ελέγχει, μπας και τσιμπήσει κανέναν ψήφο. Ταυτόχρονα πουλάει τους αριστερούς, αλλά η εξουσία είναι σημαντικότερο πράγμα φαίνεται από την ιδεολογία.

Ο Τσίπρας πάει λοιπόν στο Άγιο Όρος, για να κάνει κάποια δοσοληψία. Θα κοιτάξει να πάρει τουλάχιστον το ΟΚ της Εκκλησίας, με αντάλλαγμα κάτι στο μέλλον. Θα είναι άραγε η διαιώνιση των φοροαπαλλαγών; Θα είναι τα κτήματα, τα πανάρχαια κτήρια, οι εκτάσεις που θα παραμείνουν στην Εκκλησία; Θα είναι κάτι άλλο; Όπως και να έχει, είναι συνδιαλλαγή.

Αυτές τις μέρες, ο Λαφαζάνης ήταν στην εκπομπή του Ρογκάκου στον ΑΝΤ1. Ο Ρογκάκος ήταν αυτός ο τύπος που, επί μέρες πρίν τις ευρωεκλογές, νουθετούσε από τηλεοράσεως να μην ψηφίσουμε ΣΥΡΙΖΑ. Και όμως, οι ΣΥΡΙΖΑίοι εκεί, να τσακώνονται πρωϊνιάτικα με τους νεοδημοκράτες, και το Ρογκάκο. Όχι μόνο είναι αναποτελεσματικό, αλλά είναι και γελοίο· θα περίμενε κανείς από έναν αριστερό και από ένα κόμμα που θέλει “αριστερή κυβέρνηση” να έχει λίγο περισσότερο αξιοπρέπεια και τσαμπουκά. Μάλλον σημαντικότερο είναι να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ τα γλυκά μάτια στους καναλάρχες μπας και πάρει και από εκεί το ΟΚ για να κυβερνήσει.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε να κάνει μια επιλογή μετά το 2012. Βρέθηκε σε ένα από τα σταυροδρόμια που συχνά τυχαίνουν στην ιστορία. Η μία του επιλογή ήταν να προσπαθήσει να πάρει το ΟΚ από την κοινωνία για να κυβέρνηση. Αυτό θα σήμαινε ότι σημασία θα έδινε στο τι γίνεται από κάτω, και εκεί μέσα θα διαμορφωνόταν το μέτωπο εξουσίας που θέλει. Η άλλη επιλογή ήταν αυτή που πήρε: να πάρει το ΟΚ από όλα τα γαμημένα κέντρα εξουσίας σε αυτόν τον τόπο και να χέσει την κοινωνία, γιατί αυτά τα δύο μαζί δεν πάνε. Φαίνεται όμως ότι για την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ είναι πιο σημαντικό να γίνει υπουργός ο Σταθάκης.

Κατά την γνώμη μου, ο ΣΥΡΙΖΑ διαπράττει και μια άλλη ατιμία, την μεγαλύτερη απ’ όλες. Πουλάει τους αριστερούς του ψηφοφόρους και μέλη, γνωρίζοντας ότι αυτοί, υποχρεωμένοι από την κρίση και την ανάγκη, στο τέλος θα τον ψηφίσουν για να διώξουν την ΝΔ. Πολλοί θλίβονται βαθύτατα, άλλοι οργίζονται, άλλοι απογοητεύονται, άλλοι απειλούν ότι θα αποχωρήσουν αλλά, όταν θα έρθει η ώρα των εκλογών, θα πάνε να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ γιατί η κατάσταση είναι έτσι που δεν έχουν άλλη επιλογή. Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ το ξέρει αυτό καλά, οπότε τους πουλάει στεγνά για τις ψήφους των ΠΑΣΟΚων και της εκκλησίας. Και το κάνει όλο αυτό με το χαμόγελο στα χείλη, υποστηρίζοντας ότι θα τα βάλει με όλους αυτούς όταν γίνει κυβέρνηση.

Μπορεί βέβαια και όλα αυτά να είναι ψέματα και ο Τσίπρας να πήγε πραγματικά να προσευχηθεί. Να πήγε όπως πάνε όλοι για να προσκυνήσουν, να απομονωθούν και να προσευχηθούν στον θεό. Μπορεί να είναι αλήθεια και αυτό, οφείλουμε να εξετάσουμε όλα τα ενδεχόμενα. Έτσι και αλλιώς όλα τα άλλα τα έχει κάνει ο Τσίπρας για να πάρει εξουσία, ας πάρει και την ευλογία του θεού. Τουλάχιστον όμως, ας κάνει μια χάρη στους αριστερούς: ας σταματήσει να αυτοαποκαλείται έτσι.

Ο πόλεμος, όπως μαθαίνουμε από το σχολείο, είναι πολύ πολύ κακό πράγμα. Σκοτώνοντ’ οι λαοί για τ’ αφέντη το φαϊ· μια μεγάλη αλήθεια γιατί, όλοι οι πόλεμοι λίγο πολύ, αυτό είναι. Αν και λοιπόν ο πόλεμος είναι κακό πράγμα, υπάρχουν μερικοί πόλεμοι περίεργοι, που έχουν την τάση να βγάζουν σε μια ομάδα ανθρώπων τις καλύτερες ιδιότητες, και σε μια άλλη τις χειρότερες.

Παράδειγμα; Ο Ισπανικός Εμφύλιος (ή Επανάσταση, όπως προτιμά ο καθένας). Κάποιοι άνθρωποι εκεί έφτασαν σε ακραία σημεία: να πέφτουν με αυτοκίνητα γεμάτα δυναμίτιδα σε φασιστικά φυλάκια. Ή να ταξιδεύουν από όλα τα σημεία της Γής άνθρωποι για να πολεμήσουν στο πλευρό των ντόπιων. Είναι συμπεριφορές που οι άνθρωποι σε κανονικές συνθήκες δεν θα επεδείκνυαν, αλλά οι ακραίες καταστάσεις οδηγούν σε ακραίες συμπεριφορές.

Ένας τέτοιος πόλεμος, ιδιόμορφος, είναι αυτό που συμβαίνει στην Γάζα αυτές τις μέρες, αν και στην πραγματικότητα, όπως πολύ ευγενικά εξέφρασε ο Τσόμσκυ, δεν είναι πόλεμος. Είναι όμως μια πολεμική κατάσταση, και για τα δυο εμπλεκόμενα μέρη, αν και όχι φυσικά στον ίδιο βαθμό. Άλλο είναι να πέφτει πύραυλος στο σπίτι σου και να σκοτώνει όλους τους συγγενείς σου, και άλλο να τραβάνε τα παιδιά σου στην επιστράτευση για να πάνε να πολεμήσουν στην Γάζα. Όπως και να ‘χει όμως, η κατάσταση είναι πολεμική. Είναι και αυτός ένας τέτοιος ιδιόμορφος πόλεμος, βγάζει στην επιφάνεια τους καλύτερους των ανθρώπων και τους χειρότερους. Δεν είναι θέμα φυλής ή έθνους, είναι καθαρά θέμα ανθρώπων που στρατεύονται στην μία ή την άλλη πλευρά. Είναι Παλαιστίνιοι, Ισραηλινοί και άλλοι, όλων των φυλών και των εθνικοτήτων, με όλους τους πιθανούς συνδυασμούς, που εμπλέκονται με την μία ή την άλλη πλευρά.

Είναι άνθρωποι που σκοπός τους είναι να καταλάβουν τα εδάφη των Παλαιστινίων, αλλά χωρίς να είναι εκεί οι Παλαιστίνιοι. Και έχουν βαλθεί, με οποιονδήποτε τρόπο, να τους κάνουν να μην είναι εκεί. Δυστυχώς είναι πολύ κοντά στην χώρα τους, αλλιώς μια ατομική βόμβα θα το έλυνε το πρόβλημα με την μία. Είναι άλλοι, κάθε εθνικότητας, που πλουτίζουν άσχημα από όλη αυτή την ιστορία. Είναι τύποι που πληρώνονται για να κάνουν προπαγάνδα, τύποι που πουλάνε πίστη στην πατρίδα για να κάνουν πολιτική καριέρα, τύποι που “απλά κάνουν την δουλειά τους”, τύποι που αναμεταδίδουν ότι τους λένε, όλων των ειδών τα κατακάθια.

Βγάζει όμως σε κάποιους άλλους ανθρώπους, ότι καλύτερο. Υπάρχουν άνθρωποι που ταξιδεύουν στην Παλαιστίνη, όλων των εθνικοτήτων, για να βοηθήσουν όπως μπορούν. Υπάρχουν Ισραηλινοί, που αρνούνται να πάνε να σκοτώσουν παιδιά που δεν τους έφταιξαν σε τίποτα, εν γνώσει τους ότι αυτή τους την άρνηση θα την πληρώσουν ακριβά. Άνθρωποι που πέθαναν στα νερά της Μεσογείου, προσπαθώντας να σπάσουν τον ναυτικό αποκλεισμό της Γάζας. Άνθρωποι που στέκονται μπροστά στις Ισραηλινές μπουλτόζες, που βάζουν τα κορμιά τους μπροστά στα Ισραηλινά όπλα, που συνοδεύουν καθημερινά παιδιά στο σχολείο, που γίνονται πραγματικές ανθρώπινες ασπίδες. Όλων των ειδών οι πράξεις με βασική αρχή την ανάγκη εναντίωσης στο άδικο, ακόμα και δεν σε αφορά άμεσα. Δεν είναι ο λαός “σου” που σκοτώνεται, ούτε η χώρα σου που βρίσκεται υπο κατοχή, ούτε τα παιδιά σου κάτω από τις βόμβες. Παρόλα αυτά, υπάρχει κόσμος που θα πάει να σκοτωθεί αν χρειαστεί, για έναν “άλλο” λαό.

Αυτό το φαινόμενο παρουσιάζεται συχνά πυκνά στην Ιστορία: οι Διεθνείς Ταξιαρχίες στην Ισπανία, οι φιλέλληνες στην Ελλάδα, οι Κουβανοί στρατιώτες του Γκεβάρα και πάει λέγοντας. Είναι κάτι που συμβαίνει ανά τους αιώνες και στις μέρες μας αναδεικνύεται πολύ έντονα στο Παλαιστινιακό, όχι μόνο στην σημερινή κατάσταση, αλλά και τις μέρες της “ηρεμίας”, αν μπορεί κάποιος να δώσει έναν τέτοιο χαρακτηρισμό σε μια βάρβαρη κατοχή.

Είναι στην φύση των αισιόδοξων να προσπαθούν να βλέπουν σε κάθε κατάσταση την καλή της πλευρά, μερικές φορές ακόμα και εκεί που δεν υπάρχει. Και όντως, σε μια τέτοια κατάσταση μαζικής σφαγής και καταπίεσης, είναι πολύ δύσκολο να βρεί κανείς κάτι το θετικό. Όμως, όσο η κατάσταση χειροτερεύει, τόσο περισσότερο λάμπουν αυτές οι εξαιρετικές πλευρές του ανθρώπου: η αλληλεγγύη, η εξέγερση ενάντια στην όποια αδικία, η ανάγκη αντίστασης, η βαθιά κατανόηση της αξίας της ελευθερίας για όλους ως προϋπόθεση για την ελευθερία του καθενός. Πράγματα που τα τελευταία χρόνια, εμείς του πρώτου κόσμου τα είχαμε ξεχάσει, πιασμένοι μέσα στα δίχτυα της καριέρας, του καταναλωτισμού, του ατομικού συμφέροντος κτλ. Αυτό ίσως να είναι το πλέον αισιόδοξο μήνυμα των ημερών: το ξύπνημα των “ακραία” καλών συμπεριφορών, της καλής πλευράς του ανθρώπου ως αντιπαράθεση στην χειρότερη πλευρά της άλλης μπάντας.

Παρόλη λοιπόν την σαπίλα γύρω μας, στην Ελλάδα και τον κόσμο, η Γάζα είναι ένα καλό παράδειγμα για το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν πέθανε ποτέ: υπάρχει και θα υπάρχει. Οι άνθρωποι είναι ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο και αυτό δεν αλλάζει, με οποιονδήποτε τρόπο και σε οποιεσδήποτε συνθήκες. Είναι μια μόνιμη υπενθύμιση ότι ακόμα και σε αυτούς τους καιρούς που ο καπιταλισμός έχει σπαταλήσει πολύ χρόνο και χρήμα για να μας πείσει ότι αξίζει να ζείς μόνο για τον εαυτό σου, η ελπίδα δεν έχει πεθάνει και οι κακοί δεν νίκησαν ακόμα. Σε όλες τις καλές ιστορίες, στο τέλος χάνουν. Η επανεμφάνιση, σε μαζική κλίμακα, αυτών ακριβώς των ιδιοτήτων είναι η ελπίδα οτι αυτός ο κόσμος δεν χάθηκε ακόμα.

 

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μετά, το Ισραήλ και η Ν. Αφρική είχαν μια ιδιότυπη συμμαχία σε οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Τα δύο κράτη έβλεπαν τους εαυτούς τους ως Δυτικές οντότητες σε ένα μη-Δυτικό σημείο του χάρτη, πολιτισμένα λόγια για να περιγράψουν κάτι που υπάρχει εκεί που δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Το Ισραήλ έφτασε στο σημείο να προμηθεύσει την Ν. Αφρική με τεχνολογία για την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Στις εποχές που ξεκινούσε η παγκόσμια κατακραυγή για το ρατσιστικό κράτος του απαρτχάιντ και οι προσπάθειες για μποϋκοτάζ του, το Ισραήλ είχε αναλάβει να βοηθήσει την Ν. Αφρική να ξεπεράσει τις όποιες δυσκολίες από τις διεθνείς κυρώσεις. Το γεγονός βέβαια ότι στην κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής βρίσκονταν άνθρωποι με ενεργό δράση υπέρ της Ναζιστικής Γερμανίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η χώρα αποτελούσε καταφύγιο διαφόρων Ναζίδων (τους οποίους εκείνες τις δεκαετίες, η Μοσαντ κυνηγούσε ανελέητα ανά τον κόσμο) δεν φαινόταν να προβληματίζει τους ηγέτες του Ισραήλ.

Βαδίζοντας προς το Μουντιάλ του 2014, η Βραζιλία (ή καλύτερα, η κυβέρνηση της Βραζιλίας) αντιμετώπιζε “προκλήσεις” στους “τομείς της δημόσιας ασφάλειας”, για να μιλήσουμε με την μοντέρνα ουδέτερη χαρούμενη γλώσσα που χρησιμοποιείται για να παρουσιάσει τα σκατά σαν λουκουμάδες. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα φυσικά ήταν μία και γνωστή: καταστολή. Αύξηση των στρατιωτικών δυνάμεων της χώρας, στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας, μπάτσοι παντού, κάμερες παντού, ζώνες ελέγχου παντού, εισβολές σε γειτονιές, στρατιώτες με το χέρι στην σκανδάλη να περιπολούν τις φαβέλες, μη επανδρωμένα αεροπλάνα να καταγράφουν τα πάντα. Την τεχνολογία αυτή η Βραζιλία την απέκτησε από Ισραηλινές εταιρίες· κρατικές και ιδιωτικές, οι οποίες φτιάχτηκαν αρχικά για τις ανάγκες επιβολής του κράτους του Ισραήλ σε περιοχές του, όπως στην λωρίδα της Γάζας. Σύμφωνα με έναν Βραζιλιάνο ακτιβιστή “Αυτό που κάνουν οι Rafael, Elbit και Global Shield είναι να εξάγουν τις τακτικές που χρησιμοποιούνται στη Λωρίδα της Γάζας. Παίρνουν φτωχικές γειτονιές που είναι εξαγριωμένες και δημιουργούν μια Γάζα στις φαβέλες της Βραζιλίας.

Η G4S είναι μια βρετανική εταιρία η οποία “εξειδικεύεται στην ανάλυση κινδύνων που αφορούν στην ανθρώπινη ζωή και περιουσία, σχεδιάζοντας και υλοποιώντας λύσεις ασφαλείας για όλους τους κλάδους δραστηριότητας-κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και ιδιώτες” σύμφωνα με τους ίδιους. Επαίρονται μάλιστα για την ραγδαία ανάπτυξη της στην Ελλάδα, κάτι που θα πρέπει να γεμίζει όλους τους Έλληνες με περηφάνια. Φυσικά σαν καλή πολυεθνική δραστηριοποιείται σε όλο τον κόσμο και φυσικά, σαν καλή πάροχος “υπηρεσιών ασφαλείας”, στο Ισραήλ έχει βρεί την υγειά της: προμηθεύει εξοπλισμό για χρήση στους παράνομους οικισμούς που χτίζει το Ισραήλ, στα σημεία ελέγχου, στην Ισραηλινή αστυνομία στην Δυτική Όχθη και στις ισραηλινές φυλακές, κύριως σε αυτές που είναι γεμάτες Παλαιστίνιους κρατούμενους. Οι υπηρεσίες που προσφέρει είναι βέβαια υψηλότατου επιπέδου: βασανιστήρια, ακόμα και σε μικρά παιδιά, απομόνωση, και πάει λέγοντας. Η G4S είναι από τους μεγάλους παίκτες στην επικείμενη ιδιωτικοποίηση των φυλακών στην Ελλάδα καθώς και στην διαχείρηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης για μετανάστες. Για να κλείσει ο κύκλος αυτού του κειμένου, η συγκεκριμένη εταιρία παρέχει υπηρεσίες και στην Ν. Αφρική, χωρίς το απαρτχάιντ τώρα βέβαια αλλά με δεδομένη την καταπίεση, εκεί που ο στρατός δεν διστάζει να πυροβολεί απεργούς.

Αυτό δεν είναι ένα κείμενο για το Ισραήλ. Είναι κατά βάση μια σκέψη για την διεθνοποίηση του κεφαλαίου, την παγκοσμιοποίηση της καταστολής και τα κέρδη που αποκομίζουν εταιρίες, κράτη και άνθρωποι από τον θάνατο και την καταπίεση. Το Ισραήλ αποκτά τεχνογνωσία πάνω στα κορμιά των Παλαιστινίων, στην μεγάλη φυλακή που λέγεται Γάζα, μια τεχνογνωσία την οποία μεταπουλά σε άλλους με τα αντίστοιχα “προβλήματα”. Μιλάμε για μια κατάσταση που οι άνθρωποι γίνονται εμπορεύματα, με έννοιες πολύ διαφορετικές από αυτές της οικονομικής εκμετάλλευσης της παραγωγικής τους δύναμης. Μιλάμε για χρήμα που βγαίνει από το νόμιμο, καθαρό, αψεγάδιαστο έγκλημα, από τον πόλεμο των πλουσίων εναντίων των φτωχών, των καταπιεστών εναντίων των καταπιεζόμενων. Μιλάμε για έναν λαό που καταστέλλεται φριχτά και συνεχώς, με σκοπό την πλήρη ανευ όρων υποταγή του και παράπλευρα οφέλη την εξαγωγή της καταστολής του σε άλλους λαούς.

Είναι επίσης και μια σκέψη για έναν νέο, παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Μια κατάσταση πρωτόγνωρη στην ανθρωπότητα, όπου πληροφορίες μπορούν να φτάσουν από την μία άκρη στην άλλη μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, όσο χρειάζεται για να ανεβάσεις μια εικόνα και να πατήσεις το κουμπί της δημοσίευσης. Και όμως, σε αυτόν τον κόσμο, εθνικά μίση παραμένουν ανάμεσα στους φτωχούς, εκεί που οι πλούσιοι πωλούν βουρδουλιές σε κορμιά ο ένας στον άλλο.

Η τοπικότητα των γεγονότων εμποδίζει τους περισσότερους από το να αντιληφθούν την σημασία της μεγάλης, παγκόσμιας εικόνας. Με τον ίδιο τρόπο που μια πετρελαιοκηλίδα στον Ατλαντικό ή η ραδιενέργεια της Φουκουσίμα μπορεί να επηρεάσει το κλίμα και άρα και τους πληθυσμούς ανα την υδρόγειο, κάθε βόμβα που πέφτει σε κάθε σπίτι στην Γάζα, κάθε μπλόκ του τοίχους που υψώνεται και κάθε κάμερα που στήνεται εκεί παράγει μια νέα τεχνολογία καταπίεσης που συσκευάζεται την ίδια ώρα, έτοιμη να στηθεί στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Αμερική, την Βραζιλία, το Ιράκ, την Αγγλία, παντού. Κάθε δικαιολογία είναι περιττή: οι πωλητές δεν κάνουν διακρίσεις ανάμεσα σε Έλληνες και μετανάστες. Ο τζίρος πρέπει να αυξάνεται πάντα, οι μετανάστες και οι Έλληνες είναι εξίσου καλά εμπορεύματα για τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Μα για την Γάζα θα τρέχουμε τώρα; Εδώ έχουμε τα δικά μας προβλήματα· σαν να ακούω τον Ελληναρά. Ακόμα χειρότερα, ωρύονται κάποιοι ότι μόνο με την Γάζα ασχολούμαστε (όπου Γάζα βάλτε δικαιώματα μεταναστών/φυλακισμένων/άθεων κτλ, ανάλογα με την περίπτωση) και για τους Έλληνες δεν κάνετε τίποτα. Ας παραβλέψουμε το γεγονός βέβαια ότι αυτοί που διαδηλώνουν για την Γάζα διαδήλωναν και για “τους Έλληνες” ενώ ο εν λόγω Ελληναράς που τους εγκαλεί δεν πατάει σε διαδήλωση για κανέναν λόγο, ούτε για την Γάζα ούτε για την Ελλάδα. Παρόλα αυτά ο διαχωρισμός των “εκεί” με τους “εδώ” είναι το πρόβλημα, όχι μόνο από ηθικής άποψης, όχι μόνο γιατί η καταπίεση, η θάνατος, η κατόχη, το έγκλημα δεν έχουν πατρίδα και ειδικό βάρος ανάλογα με την τοποθεσία. Αλλά γιατί, κυρίως, αγαπητέ Ελληναρά, η χημική σύσταση του δακρυγόνου σε Ελλάδα και Γάζα δεν καταλαβαίνει από σύνορα, και το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: ασφυξία και για τους δύο. Αλλά το χρήμα, όπως πάντα, μόνο για έναν.

«Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξαναποκτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία κάθετα, όχι για λαούς και για μάζες, αλλά για τον Παύλο, για τη Ρηνιώ, για την Ελένη, για το μάστρο-Στέφανο, τότε μοναχά οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η ιστορία, τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση «εκατό χιλιάδες νεκροί» ή «βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια Ασφάλεια». Τότε οι άνθρωποι θα ξέρουν τι θα πει φυλακή, τι σημαίνουν τα πολιτικά λάθη.» -Χρόνης Μίσσιος

 

Ξέρεις τι είναι η διοικητική κράτηση; Εγώ δεν ξέρω.

Το κράτος του Ισραήλ έχει το δικαίωμα να συλλαμβάνει όποιον γουστάρει, για λόγους τους οποίους δεν δικαιούται να ξέρει ούτε ο κρατούμενος, ούτε ο δικηγόρος του. Δεν υπάρχουν φυσικά άδειες, δεν υπάρχουν επισκεπτήρια, ο κρατούμενος δεν μπορεί να έχει δικηγόρο για εξήντα μέρες. Η διοικητική κράτηση ισχύει για 6 μήνες, αλλά μπορεί να ανανεώνεται μετά το πέρας αυτών των μηνών. Η ιατρική περίθαλψη είναι ανύπαρκτη, τα βασανιστήρια είναι συνεχή και σκληρά και κάποιες φορές, φτάνουν ως τον θάνατο. Στο Ισραήλ, η ομολογία υπο το καθεστώς βασανιστηρίων θεωρείται αποδεκτή από τα δικαστήρια.

Ξέρεις τι είναι το τοίχος; Εγώ δεν ξέρω.

Το τοίχος χτίστηκε για την “ασφάλεια” του Ισραήλ, θεωρητικά στα σύνορα Ισραήλ-Δυτικής Όχθης, πρακτικά εισβάλλει μέσα στα παλαιστινιακά εδάφη αρπάζοντας ακόμα περισσότερη γη με το έτσι θέλω. Κόβει χωριά στα δύο, καταστρέφει χωράφια και καλλιέργειες πάμφτωχων ανθρώπων, κλέβει γη από αυτούς που την είχαν, εγκλωβίζει χιλιάδες ανθρώπους μεταξύ στρατιωτικών ζωνών. Συνήθως έχει ύψος 2 μέτρα αλλά σε κάποιες περιοχές φτάνει και τα 8, με ηλεκτροφόρα σύρματα, τάφρους, κάμερες, παρατηρητήρια, πύργους παρακολούθησης και μια νεκρή ζώνη 60 μέτρων, φυσικά στην παλαιστινιακή πλευρά. Λόγω του σχήματος του, με ζιγκ ζαγκ και κύκλους, υπάρχουν χωριά τα οποία περικλείει το τοίχος από 3 ή και από τις 4 πλευρές τους.

Ξέρεις τι είναι τα checkpoints; Εγώ δεν ξέρω.

Τα checkpoints είναι μπλόκα σε δρόμους και πύλες του τοίχους. Για να περάσει ένας παλαιστίνιος από εκεί, θα πρέπει να στηθεί από τα ξημερώματα και να περιμένει ώρες – ίσως και μέρες. Αντίθετα, οι ισραηλινοί έποικοι περνούν σε λίγα μόλις λεπτά. Φυσικά, υπάρχουν πάνοπλοι φρουροί, οι οποίοι έχουν ιδιαίτερη αγάπη στην σκανδάλη. Ακόμα και αν στηθεί κάποιος από το πρωί, δεν είναι σίγουρο ότι θα τα καταφέρει να περάσει. Ίσως να χαμογελά-δεν αρέσει αυτό στον στρατό του Ισραήλ. Ίσως να είναι άσχημος-δεν αρέσει αυτό στον στρατό του Ισραήλ. Ο στρατός έχει το δικαίωμα να συλλάβει όποιον θέλει· τους κλείνει σε κελιά, τους δένει τα μάτια, τους ξυλοκοπά, τους γδύνει. Εργαζόμενοι δεν μπορούν να πάν στις δουλειές τους, πιστοί στα τζαμιά τους, συγγενείς στους συγγενείς τους, έγκυες γυναίκες στα νοσοκομεία· σε έξι μήνες μόνο, από τον Ιούνη του 2003 έως τον Φλεβάρη του 2004, 46 γυναίκες γέννησαν σε κάποιο checkpoint. 24 από αυτές πέθαναν εκεί, 27 από τα μωρά δεν έζησαν δεύτερη μέρα σε αυτόν τον κόσμο. Ο στρατός ψάχνει ακόμα και τα ασθενοφόρα, άδεια ή γεμάτα· εκατοντάδες άνθρωποι πέθαναν μέσα στο ασθενοφόρο.

Ξέρεις τι είναι ο ναυτικός αποκλεισμός; Εγώ δεν ξέρω.

Η Γάζα είναι παραθαλάσσια περιοχή, αλλά θα μπορούσε και να μην είναι. Στα λιμάνια της Γάζας, δεν μπαίνει και δεν βγαίνει τίποτα. Τρία ναυτικά μίλια πέραν των ακτών της, οτιδήποτε κινείται δεν απαγορεύεται απλώς· πυροβολείται. Τα Ισραηλινά πολεμικά πλοία απαγορεύουν το εμπόριο και το ψάρεμα, πηγή τροφής και χρημάτων για χιλιάδες ανθρώπους. Τρόφιμα, οικοδομικά υλικά, μηχανήματα, φάρμακα, ανθρωπιστική βοήθεια· τίποτε από αυτά δεν περνά σε μια ζώνη που τα έχει απολύτως ανάγκη, καθώς ζεί συνεχώς σε καθεστώς πολέμου. Περίπου 85% των εξαγωγών της Γάζας έχει παγώσει λόγω του ναυτικού αποκλεισμού. Το ίδιο το κράτος του Ισραήλ δεν μπήκε καν στον κόπο να βρεί κάποια ηλίθια δικαιολογία για τον ναυτικό αποκλεισμό. Προτίμησε να τον χαρακτηρίσει ως αυτό που είναι: οικονομικός πόλεμος.

Ξέρεις τι είναι οι βόμβες λευκού φωσφόρου; Εγώ δεν ξέρω.

Ο λευκός φώσφορος σε επαφή με το οξυγόνο γεννά μια εξωθερμική αντίδραση. Καίει τους ανθρώπινους ιστούς μέχρι το κόκκαλο, η εισπνοή του και η κατάποση του προκαλούν θάνατο. Παλαιστίνιος γιατρός, το 2009, ανέφερε ότι από τις πληγές των τραυματιών, έβγαινε καπνός ακόμα και μια μέρα μετά. Ο Ισραηλινός στρατός χρησιμοποίησε βόμβες λευκού φωσφόρου για να βομβαρδίσει όχι μόνο κατοικημένες περιοχές, αλλά ακόμα και την υπηρεσία Αρωγής για Πρόσφυγες του ΟΗΕ στην Γάζα (καταστρέφοντας τόνους ανθρωπιστικής βοήθειας), ένα σχολείο προσφύγων του ΟΗΕ καθώς και ένα νοσοκομείο. Ο Ισραηλινός στρατός επιμένει να χρησιμοποιεί τα όπλα λευκού φωσφόρου στον αέρα, καθώς πέφτοντας καλύπτουν μεγαλύτερη έκταση.

Δεν είναι μόνο αυτά, είναι άλλα τόσα και άλλα τόσα και άλλα τόσα. Κανείς μας δεν μπορεί να ξέρει, να φανταστεί, να διανοηθεί, να προσπαθήσει να μπεί στην θέση κάποιου Παλαιστινίου που ζεί σε ένα κράτος που τον τιμωρεί επειδή γεννήθηκε Παλαιστίνιος, ένα κράτος που στόχος του είναι να τον διώξει, νεκρό ή ζωντανό. Δεν είναι ζήτημα γνώσης και πληροφόρησης, ακόμα και να γνωρίζεις δεν μπορείς να γνωρίζεις. Δεν γίνεται αυτό το πράγμα· δεν μπορούμε να φανταστούμε τι σημαίνει να χτυπάει ένα τηλέφωνο την νύχτα και να σου ανακοινώνει ότι έχεις 5 λεπτά να φύγεις από το σπίτι σου πριν αυτό βομβαρδιστεί. Να ζείς σε μια φυλακή και να γνωρίζεις από την στιγμή που γεννηθείς μέχρι την στιγμή που θα πεθάνεις (ένα διάστημα που ενδέχεται να είναι εξαιρετικά μικρό) ότι υπάρχουν άνθρωποι με απόλυτη εξουσία πάνω σου, που μπορούν να σου κάνουν οτιδήποτε ατιμώρητοι. Όσο και να περιγράψει κανείς γεγονότα σαν τα παραπάνω, υπάρχουν άλλα τόσα που μπορεί να είναι χειρότερα. Δεν περιγράφονται όλα γιατί δεν μπορεί κανείς να τα αντιληφθεί.

Αυτό το κείμενο δεν είναι για την Γάζα ή για το Ισραήλ. Αυτό το κείμενο είναι μια σκέψη πάνω στους ανθρώπους. Στο πόσο διαφορετικά θα ήταν αν μπορούσαμε όλα τα παραπάνω να τα νοιώσουμε σαν να συνέβαιναν σε εμάς, να καταλαβαίναμε τον πόνο ενός Παλαιστίνιου σαν δικό μας, σαν να συνέβαιναν όλα αυτά σε εμάς. Και όμως, δεν μπορούμε· αν γινόταν, δεν θα παρακολουθούσαμε νεκρά μωρά και γκρεμισμένα κτήρια. Κανένας από εμάς όμως δεν μπορεί να νοιώσει τον φυσικό πόνο μιας σφαίρας που τρυπάει το κορμί ενός Παλαιστινίου, κανένας από εμάς δεν μπορεί να νοιώσει τον συναισθηματικό πόνο μιας μάνας ή ενός αδερφού ή ενός νέου χωρίς μέλλον.

Αντ’ αυτής της ικανότητας, είμαστε προικισμένοι με άλλες δύο: η μία είναι η συμπόνοια· ένα συναίσθημα βαθιάς λύπης για αυτό που παρακολουθούμε, μια προσπάθεια να νοιώσουμε τον πόνο του άλλου. Αυτό από μόνο του δεν λέει σχεδόν τίποτα, είναι απλά η μη-απάθεια. Η άλλη είναι η εσωτερική εξέγερση· αυτό που συμβαίνει μέσα σου όταν βλέπεις το λάθος, κάτι που δεν θα έπρεπε να γίνεται και νοιώθεις μια εσωτερική κραυγή, μια δύναμη που θέλει να ανατρέψει τον κόσμο όλο, να διορθώσει τα πάντα,τώρα,  να κάνει κάτι τώρα, να πάρει μια φωτογραφία ενός νεκρού μωρού, να βγεί στον δρόμο και να την τρίβει στα μούτρα των περαστικών. Και πάλι όμως, τίποτε δεν θα αλλάξει αυτό, οι βόμβες θα συνεχίσουν να πέφτουν· όσο διαβάζεις αυτό το κείμενο υπάρχει μεγάλη πιθανότητα κάποιος εκεί κάτω να έχει σκοτωθεί η να βρίσκεται μέσα στα αίματα κάτω από τα ερείπια.

Όσο και αν πονάει όμως, κανένας δεν μπορεί να βάλει ένα στοπ, εδώ και τώρα, παρόλο που θα έπρεπε ίσως να υπάρχει ένα μαγικό κουμπί που θα καταστρέφει όλες τις βόμβες και θα ξαναχτίζει όλα τα γκρεμισμένα σπίτια. Υπάρχουν όμως άπειρα μικρά πράγματα που μπορεί να κάνει ο καθένας. Υπάρχουν άνθρωποι που αυτή η εσωτερική τους εξέγερση τους οδήγησε στο θάνατο, κάτω από μια μπουλντόζα, στα χώματα της Γάζας. Υπάρχουν πολλοί, πολλοί περισσότεροι που αρκούνται σε λιγότερο επικίνδυνες ενέργειες. Καμία όμως δεν είναι άνευ σημασίας· τα βουνά υψώνονται με ρυθμό ελάχιστων χιλιοστών το χρόνο, αλλά υψώνονται και κάθε σταγόνα παίζει τον ρόλο της στο φούσκωμα του ποταμού.

Μέσα σε όλον του τον τεχνολογικό εξοπλισμό και τα λόμπι και τις συμμαχίες και την προπαγάνδα και την τρομακτική στρατιωτική μηχανή και τις φυλακές και τις βόμβες και τις ψυχολογικές τεχνικές και τις μεθόδους παρακολούθησης και την πανίσχυρη ηγεσία, το Ισραήλ συνεχίζει το κλασσικό ηλίθιο λάθος που κάνουν πολύ συχνά οι εξουσιαστές· και την πατάνε. Πιστεύει δηλαδή και αυτό ότι μπορεί να ελέγξει με όλα αυτά την θέληση εκατομμυρίων ανθρώπων στην Γάζα, την δίψα τους για ζωή και για ελευθερία. Πιστεύει ότι μπορεί να σωπάσει πολλά περισσότερα εκατομμύρια φωνών ανα τον πλανήτη που εξεγείρονται ενάντια στην αδικία. Θεωρεί ότι μπορεί με την βία να σταματήσει ανάγκες που είναι στην φύση του ανθρώπου, είναι δικαιώματα που υπάρχουν μέσα του. Θα διαψευστούν και αυτοί όπως διαψεύστηκαν οι Ναζί στην Ελλάδα, οι Αμερικάνοι στο Βιετνάμ, οι Γάλλοι στην Αλγερία, οι Άγγλοι στην Ινδία, οι αφρικάανερ στην Ν. Αφρική και τόσοι άλλοι. Ακριβώς επειδή, στο τέλος, οι άνθρωποι έχουν μέσα τους αυτόν τον μηχανισμό που είναι ικανός να οδηγεί στην εσωτερική τους εξέγερση, ακόμα και για θέματα που δεν είναι (με τα στενά ατομικίστικα όρια) δικά τους. Και κάπως έτσι, αργά αλλά σταθερά, η ιστορία προχωρεί.

 

 

 

“Γιατί οι πολιτικοί λένε ψέματα;”

“Γιατί τους αφήνουμε”

Η απλοϊκή και σίγουρα αληθινή απάντηση ανήκει στον Τσόμσκυ. Έτσι είναι: τους αφήνουμε. Το ερώτημα που γεννιέται αμέσως μετά όμως είναι το γιατί τους αφήνουμε. Κάποια εξήγηση δεν πρέπει να υπάρχει; Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτό το φαινόμενο, αυτό το “γιατί τους αφήνουμε”;
Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα δεν είναι τόσο απλή όσο στο πρώτο. Δεν μπορεί κάποιος πχ να απαντήσει εύκολα “γιατί οι άνθρωποι είναι χαζοί”. Δεν είναι έτσι, δεν είναι θέμα IQ και σίγουρα δεν είναι θέμα κάποιας επιδημίας μαζικής βλακείας. Υπάρχουν πάμπολλες περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια που οι πολιτικοί λένε εν γνώσει τους ψέματα σε μια κοινωνία που γνωρίζει ότι αυτό που ακούει είναι ψέμα. Και όμως, είτε τα δέχεται, είτε δεν αντιδρά, πάντα όμως γνωρίζοντας ότι ο πολιτικός ψεύδεται.

Παράδειγμα; Αυτές τις μέρες παρακολουθούμε το σήριαλ “ η κυβέρνηση διαπραγματεύεται με την τρόικα” για άλλη μια φορά. Για την ακρίβεια, οι επαναλήψεις του εν λόγω θεάματος κοντράρονται σε αριθμό με αυτές του Ρετιρέ ή του Κωνσταντίνου και Ελένης. Παραμύθια φυσικά: όλοι γνωρίζουν ότι καμία απολύτως διαπραγμάτευση δεν γίνεται, καμία κυβέρνηση δεν έχει βάλει κόκκινες γραμμές, κανένας υπουργός δεν κονταροχτυπιέται με κανέναν τροϊκανό. Και όμως, θα βρείς πολλούς που γνωρίζουν ότι όλα αυτά είναι ψέμματα, χοντρά ψέμματα αλλά επιμένουν να σχολιάζουν την επικαιρότητα της διαπραγμάτευσης, να ελπίζουν στην μάχη που θα δώσει ο Μητσοτάκης ή ο Βορίδης, να περιμένουν μήπως και βγεί κάτι, να δουν τι θα πεί ο Σαμαράς, τι θα σχολιάσει ο Μπάμπης Παπαδημητρίου, τι στάση θα κρατήσουν τα ξένα ΜΜΕ και πάει λέγοντας. ‘Όλα αυτά εν γνώσει τους ότι δεν θα βγεί τίποτα απολύτως, ότι το παιχνίδι είναι στημένο και προμελετημένο και ότι ο κάθε υπουργός στο κάθε παράθυρο τους αραδιάζει ένα σωρό μπούρδες για να περάσουν και αυτά τα μέτρα μέχρι να έρθει πάλι η τρόικα σε λίγους μήνες και άντε πάλι από την αρχή. Οπότε, το ερώτημα παραμένει: εφόσον μπορούμε να αναγνωρίσουμε το ψέμα, γιατί το δεχόμαστε;

Κατά βάση, κάθε τι που γίνεται σε αυτόν τον κόσμο, καλό ή κακό συνοδεύεται από μια δικαιολογία. Πάντα· είναι ένας κανόνας απαράβατος για τις πράξεις των ανθρώπων. Κανένας δολοφόνος δεν θα ισχυριστεί ποτέ ότι σκότωσε έτσι, χωρίς λόγο· πάντα υπάρχει ένας λόγος, μια δικαιολογία, σοβαρή ή αστεία. Η δικαιολογία είναι απαραίτητη και προσφέρει στους ανθρώπους μια βάση ώστε να μην δράσουν ή να μην αλλάξουν την προσωπική τους οπτική σε μια κατάσταση. Ας πάρουμε ένα τυχαίο παράδειγμα, το Φαρμακονήσι: κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι καλώς πνίγηκαν παιδιά και ακόμα και στον μέσο Έλληνα, με όλο τον ρατσισμό και τον ατομισμό του, το θέαμα ενός πνιγμένου είναι αρκετό για να τον βάλει σε σκέψεις. Οι γνωστές ατάκες του Πρετεντέρη και η συνεχόμενη προσθήκη του “λάθρο-” πρίν την λέξη μετανάστης είναι οι καλύτερες δικαιολογίες για να μετακινηθεί η ευθύνη στο θύμα. Είναι προφανώς ηλίθιο να λέει κανείς ότι φταίνε οι νεκροί που προσπάθησαν να διασχίσουν το Αιγαίο Γενάρη μήνα, δεν στέκει με κανενός είδους λογική, είναι όμως μια δικαιολογία, χαζή ή έξυπνη δεν έχει σημασία: αρκεί που δίνει την ευκαιρία στον αποδέκτη της να μην αλλάξει την στάση του απέναντι στο ζήτημα, να μην αναγκαστεί να επανέξετασει την κατάσταση, να συνεχίσει την ζωή του ακριβώς όπως πρίν. Το ψέμα, η δικαιολογία του κάθε πολιτικού, είναι το “πάμε παρακάτω” του πολίτη. Αυτό είναι πολύ βολικό. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει αν αντί για Αιγαίο βάλουμε Εξάρχεια και αντί για “ Δεν φταίμε εμείς αν Γενάρη μήνα παίρνει κάποιος τα παιδιά του και ανεβαίνουν σε μια βάρκα” βάλουμε το “τι δουλεία είχε ο Γρηγορόπουλος στα Εξάρχεια”.

Δεν έχει καμία σημασία το είδος του ψέματος και της δικαιολογίας. Συχνά, όσο πιο γελοία είναι, τόσο πιο ανεκτά γίνονται, κάτι που βλέπουμε συνεχώς τον τελευταίο καιρό με τους πολιτικούς της συγκυβέρνησης ουσιαστικά να τρολλάρουν παρά να παράγουν πολιτικό λόγο. Το κάνουν γιατί ξέρουν ότι δεν υπάρχει κάποια ανάγκη για σοβαρό διάλογο με σοβαρά επειχηρήματα· απέναντι σε μια διαλυμένη κοινωνία που ψάχνει βάσεις για να σταθεί κάπου, ακόμα και η πιο ηλίθια δικαιολογία, είναι δικαιολογία και ακόμα και το πιο εξωφρενικό ψέμα γίνεται δεκτό ως πάτημα για να συνεχίσουν οι ζωές και την επόμενη μέρα.

Γενικώς, οι πολιτικοί μας λένε ψέματα γιατί ξέρουν ότι θα τους πιστέψουμε. Ακόμα και όταν γνωρίζουμε ότι μας λένε ψέματα, πάλι θα τους πιστέψουμε γιατί αν δεν το κάνουμε, είμαστε αναγκασμένοι να αλλάξουμε την κατάσταση, δηλαδή να τους αφαιρέσουμε το δικαίωμα να λένε ψέματα, να κυβερνούν και πάει λέγοντας. Το πολιτικό (και όχι μόνο) ψέμα είναι μια συνδιαλλαγή που κατά κάποιο τρόπο, διατηρεί και τα δύο μέρη ευχαριστημένα: ο πολιτικός συνεχίζει να κυβερνά, ο “πολίτης” συνεχίζει την ζωή του. Κανένας πανικός, κανένα στρές, κανένα πρόβλημα και για τους δύο. Κάπως έτσι η κυβέρνηση έχει καταφέρει (με όλα αυτά που έχει κάνει) να υπάρχει χωρίς κάποια σοβαρή πρόκληση από το 2012, κάπως έτσι τα μεγαλύτερα ζητήματα περνούν στο ντούκου και κάπως έτσι ολοκληρώνεται το σπιράλ της καταστροφής, χωρίς ανατροπές και χωρίς μάχες.

Η μεγάλη απεργία έληξε μέσα σε μόλις δύο και κάτι μέρες. Όλα δείχνουν ότι ίσως να είναι και η τελευταία: οι τέσσερις νέοι σχεδιασμοί της κυβέρνησης θα είναι η χαριστική βολή στον κρόταφο μέτα την εκτέλεση των υπαλλήλων της ΔΕΗ. Η κυβέρνηση βγαίνει απολύτως κερδισμένη από την όλη κατάσταση: για ένα τεράστιο θέμα δεν άνοιξε μύτη, τα αιτήματα των συνδικαλιστών κυριολεκτικά συντρίφθηκαν, η επιστράτευση έγινε σε χρόνο ρεκόρ υπο τους ήχους ουρανομηκών χαιρέκακων κραυγών κομματιών της κοινωνίας, ο κοινωνικός αυτοματισμός λειτούργησε άψογα, η ΔΕΗ θα πουληθεί, το συνδικάτο τσακίστηκε, η αντιπολίτευση αφέθηκε να γκρινιάζει χωρίς κανένα αντίκρυσμα, όλα πάνε θαυμάσια.

Στην μεγαλομικρή αυτή μάχη, η κυβέρνηση δεν πολύσκοτίστηκε να πείσει για την αναγκαιότητα των «μεταρρυθμίσεων» της. Όχι μόνο γιατί δεν μπορεί να το κάνει αφού το σχέδιο είναι καθαρό ξεπούλημα, αλλά κυρίως γιατί δεν της χρειάστηκε. Το μόνο που έκανε, ήταν να βγαίνει στα παράθυρα και να φωνάζει “συνδικαλιστές”. Όλα τα άλλα τα ανέλαβε ο κοινωνικός αυτοματισμός, ο οποίος όσο βαθαίνει η κρίση και μειώνονται οι αντιστάσεις, τόσο αυξάνεται. Είναι βλέπεις ανάγκη να βρεθεί κάποιος εχθρός, είτε διαχρονικός είτε πρόσκαιρος ώστε με τον θάνατο του να καθαρθεί για λίγο η πόλη από τα δεινά.
Τα κελιά των φυλακών τύπου Γ βασίζονται στην απομόνωση του κρατουμένου, σε έναν χώρο, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό φυσικά είναι βασανιστήριο, αλλά λίγο μας απασχολούν αυτές οι ευαισθησίες. Παρόλα αυτά, η πλήρης, απόλυτη απομόνωση, διακοπτόμενη από κάποια μικρά διαλλείματα στα οποία οι ανακριτές προκαλούν στον κρατούμενο σοκ, με χρήση ηλεκτροδίων, σκυλιών, δυνατής μουσικής ή κάτι παρόμοιο, είναι στάνταρ τακτική των αμερικανικών κυρίως μυστικών υπηρεσιών ενάντια στους αιχμαλώτους τους. Σκοπός δεν είναι μόνο να “μιλήσει” o κρατούμενος: υπάρχει κάτι πιο βαθύ από αυτό. Στόχος είναι το λευκό μυαλό, η ισοπέδωση και εξαφάνιση του κάθε τι που γνωρίζει ο κρατούμενος, η απώλεια της αντίληψης της ώρας και της μέρας, η έλλειψη προσανατολισμού, η ανικανότητα να αντιληφθεί τον ίδιο του τον εαυτό, η σταδιακή επιστροφή στην βρεφική σχεδόν ηλικία, κάτι που συμβαίνει με κρατουμένους στο Γκουαντάναμο. Στόχος είναι η επανεγγραφή του μυαλού, ο επαναπρογραμματισμός κατά κάποιον τρόπο. Χαρακτηριστικό είναι ότι η απομόνωση συχνά περιλαμβάνει γυμνούς κρατούμενους, με κουκούλα στο κεφάλι για να μην βλέπουν, χωμένοι σε κάποιο κελί χωρίς ήλιο για να μην καταλαβαίνουν τις εναλλαγές του φωτός, χαρτόνια στα χέρια για να μην έχουν αίσθηση, απομονωμένοι ηχητικά από κάθε εξωτερική πηγή ήχου, να δέχονται ηλεκτροσόκ κατά το κέφι των δεσμοφυλάκων τους. Μετατρέπονται άνθρωποι σε μη-όντα, μια λοβοτομή χωρίς νυστέρι και τρυπάνι, χάνοντας βασικές τους ικανότητες όπως ακόμα και η γράφη ενώ οι αναμνήσεις τους εξαφανίζονται.

Την αναγωγή από το ατομικό βασανιστήριο στο συλλογικό πραγματεύεται το γνωστό “Δόγμα του Σοκ”, δηλαδή το πώς παρόμοιες τεχνικές χρησιμοποιούνται για να εξαφανιστούν οι αντιδράσεις και αντιστάσεις ολόκληρων κοινωνιών ώστε να γίνουν ριζικές μεταρρύθμισεις. Στο βιβλίο όμως είναι επίσης ξεκάθαρο ότι αυτό που επιχειρείται, δεν είναι πάλι, μόνο η κάμψη των αντιστάσεων, αλλά η μετατροπή κοινωνιών σε “λευκές σελίδες” πάνω στις οποίες μπορεί η κάθε οικονομική και όχι μόνο εξουσία να επανεγγράψει ότι θέλει. Το ξερίζωμα παραδόσεων και ηθών πχ που είναι αντίθετα στο οικονομικό μοντέλο της “ελεύθερης αγοράς”. Aντιλήψεις εκατονταετιών όπως είναι η αλληλοβοήθεια ή η συλλογικότητα ή η αντίληψη του τι σημαίνει “δημόσιος χώρος”· οι κοινωνίες πρέπει να μάθουν να μην αντιδρούν όχι μόνο υπο την πίεση της κάθε τύπου καταστολής, αλλά επειδή δεν θα θέλουν να αντιδράσουν, επειδή θα έχουν ριζωθεί με το ζόρι νέες, άκακες αξίες και αντιλήψεις.

Η κυβέρνηση φυσικά δεν πρόκειται να έρθει να πιάσει τον καθένα από εμάς και να τον πετάξει σε ένα ανήλιαγο κελί. Δεν έχει άλλωστε και ανάγκη να το κάνει: η απομόνωση, δηλαδή η πλήρης αποκοπή από την πραγματικότητα, επιτυγχάνεται μια χαρά από τα ΜΜΕ· είναι τόσο εύκολο να κάνεις εκατομμύρια ανθρώπους να πιστεύουν πράγματα που δεν ισχύουν και να μην πιστεύουν πράγματα που ισχύουν. Αυτό όμως είναι ένα κομμάτι. Ένα δεύτερο, που αποκαλύπτεται τραγικά τόσο στην απεργία της ΔΕΗ όσο και στο νομοσχέδιο για τις φυλακές, είναι η διαδικασία επανεγγραφής που έχει ξεκινήσει με ένα ιδεολόγημα να φεύγει από το γκλοπ του ματατζή και να σφηνώνεται (σαν το τρυπάνι της λοβοτομής) στο μυαλό του λεγόμενου “πολίτη”: νόμος και τάξη. Να γίνει κάτι παραπάνω και κάτι χειρότερο από φόβος: υποσυνείδητη αποδοχή. Η τακτική της κυβέρνησης είναι να επιβάλλει τον νόμο και την τάξη πάνω στους εχθρούς, τους οποιουσδήποτε εχθρούς, είτε συνδικάλιστες είτε “εγκληματίες” με την ενθουσιώδη αποδοχή της υπόλοιπης κοινωνίας που δεν έχει επίγνωση της ιστορικής στιγμής, του πού ακριβώς βρίσκεται, της κουκούλας που έχει στο κεφάλι και του τι ακριβώς της συμβαίνει. Εδώ δεν μιλάμε για τσάκισμα αντιστάσεων, μιλάμε για μια “αντεπανάσταση” με σκοπό την εμπέδωση και αποδοχή της μη αντίστασης, την αναγωγή της σε αξία. Κάτι σαν τα ζόμπι δηλαδή, που ψάχνουν μυαλά για να φάνε.

Μετά την ήττα των συνδικαλιστών της ΔΕΗ έρχονται οι νόμοι για την απαγόρευση, ουσιαστικά, της απεργίας. Σε άλλες εποχές καμία κυβέρνηση δεν θα τολμούσε έστω και να το σκεφτεί, αλλά τώρα θα το κάνει κιόλας και μάλιστα, χωρίς να ανοίξει μύτη. Η απεργία έχει μετατραπεί σε κάτι αρνητικό, δεν θα βρεθούν και πολλοί που θα αγανακτήσουν για την κατάργηση της. Τα λευκά κελιά και ο βασανισμός πήραν την μορφή νόμου στην χώρα αλλά αυτό δεν αγγίζει και πολλούς· ο νόμος θα πρέπει να επιβληθεί για να έχουμε τάξη σε αυτόν τον τόπο. Σιγά σιγά, συνειδήσεις ετών μεταβάλλονται, αργά αλλά σταθερά: οι “κομμουνιστές” (έχετε παρατηρήσει πόσο συχνά ακούμε για αυτούς τώρα τελευταία;) είναι κακοί και εχθροί, οι “λάθρο” δεν είναι άνθρωποι, οτιδήποτε δημόσιο είναι κακό, δεν υπάρχουν δικαιώματα στην κατοικία ή στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος ή νερού, τα πάντα πρέπει να εξετάζονται από την άποψη της δημιουργίας κέρδους, οι πεταμένοι αυτού του συστήματος φταίνε οι ίδιοι για την κατάσταση τους. Ο στόχος δεν είναι μια κοινωνία που δεν θα αντιδρά· αυτό είναι αδύνατον. Ο στόχος είναι μια κοινωνία που, στο συντριπτικό της κομμάτι, θα συναινεί. Για τους υπόλοιπους, υπάρχουν οι άσπροι, υλικοί τοίχοι των κελιών τύπου Γ.

Το να δικάσεις έναν δικαστή ξεφεύγει από τα όρια οποιουδήποτε συστήματος· από την Γαλλική Επανάσταση και μετά, μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας έχει αποφασίσει να αναθέτει την απονομή δικαιοσύνης σε αυτούς τους ανθρώπους. Και όμως, συμβαίνει καμιά φορά (σπάνια, δυστυχώς…) οι δικαστές να κατεβαίνουν από την έδρα και να βρίσκονται στο εδώλιο του κατηγορουμένου.

Κάτι τέτοιο συνέβη τον ζεστό Αύγουστο του 2011, όταν ο δικαστής Mark Ciavarella έφαγε 28 χρόνια φυλακή. Ο εν λόγω κύριος είχε εκλεγεί το 1995 ως δικαστής της κομητείας Luzerne της Πενσυλβάνια, με υποσχέσεις για σκληρή αντιμετώπιση της εφηβικής εγκληματικότητας. Η αλήθεια είναι ότι τα κατάφερε καλά. Τόσο καλά, που επανεκλέχθηκε το 2005, ενώ η αναγνωρισιμότητα του ήταν στα ύψη: πολλοί τον θαύμαζαν για την αφοσίωση του στην καταπολέμηση του εγκλήματος των νέων ενώ ήταν συχνός ομιλητής σε σχολεία.

Το πρόβλημα με τον δικαστή ήταν απλό: ο δικαστής έστελνε παιδιά στην φυλακή. Επι πληρωμή, για χρόνια, και για ψύλλου πήδημα. Πιο απλά, ο κ.κ. Δικαστής πληρωνόταν από τον ιδιοκτήτη δύο ιδιωτικών αναμορφωτηρίων της πολιτείας για να ρίχνει ποινές φυλάκισης σε μικρά παιδιά και εφήβους, κρατώντας έτσι τις φυλακές γεμάτες και αυξάνοντας τα κέρδη του επιχειρηματία. Όλο αυτό βέβαια, για τον μέσο νεοφιλελεύθερο, δεν εντάσσεται στην κατηγορία του εγκλήματος· είναι μάλλον μια καλή επιχειρηματική συμφωνία ενώ η καταδίκη του εν λόγω δικαστή, μια κατάπτυστη κρατική παρέμβαση στην λειτουργία της ελεύθερης αγοράς. Για εμάς τους υπόλοιπους όμως κοινούς ανθρώπους-υποστηρικτές της Σοβιετίας, οι πράξεις του δικαστή όχι μόνο είναι εγκληματικές, αλλά έχουν και ένα πανάρχαιο όνομα: δουλεμπόριο.

Ο σεβαστός δικαστής και ο (επίσης καταδικασμένος συνάδελφος του) Michael Conahan καθάρισαν 2.6 εκατομμύρια δολάρια από αυτές τις ευγενείς επιχειρήσεις. Καταδίκασαν ή καλύτερα, πούλησαν από την δικαστική τους έδρα συνολικά 3.000 παιδιά και εφήβους. Κάποια από αυτά, είχαν πειστεί από τους μπάτσους (περίεργο!) να απεμπολήσουν το δικαίωμα τους σε δικηγόρο κατά την διάρκεια της ολιγόλεπτης δίκης. Ένα εξ αυτών, καταδικάστηκε σε φυλακή επειδή έβρισε τη μάνα ενός άλλου παιδιού, ένα νέο κορίτσι κλείστηκε στο αναμορφωτήριο επειδή έφτιαξε στο MySpace ψεύτικο λογαριασμό όπου κορόιδευε τον υποδιευθυντή του σχολείου, ένα άλλο παιδί επειδή καταπάτησε εγκαταλελειμμένο δημόσιο κτήριο. Τουλάχιστον ένα από τα παιδιά που πέρασαν από τα χέρια του δικαστή και του επιχειρηματία, αυτοκτόνησε.

Στις ΗΠΑ υπάρχει ένα ωραιότατο ανθρωπιστικό σύστημα φυλακών, όπου ο δημόσιος τομέας συνυπάρχει με ιδιωτικό, με τον μεταξύ τους ανταγωνισμό να βελτιώνει τις προσφερόμενες στους καταναλωτές υπηρεσίες, όπως άλλωστε αποδείχθηκε στις ανωτέρω παραγράφους. Υπάρχουν δηλαδή δημόσιες φυλακές αλλά υπάρχουν και ιδιωτικές φυλακές. Οι μεγάλοι παίκτες είναι δύο εταιρίες, η GEO και η Corrections Corporation of America (Σωφρονιστική Εταιρία της Αμερικής) . Πρόκειται φυσικά για εξαιρετικό μάρκετινγκ: η φίρμα έχει μέσα τον καλό σκοπό (Σωφρονισμός) την λέξη που το άκουσμα της οδηγεί σε μαζικές εκσπερματώσεις στον Νέο Κόσμο (Εταιρία) και μια πρέζα εθνικισμού για την νοστιμιά.

Οι φυλακές αυτές πληρώνονται από το κράτος με το κεφάλι. Και πάλι όμως, υπάρχει ένα μικρό μικρό προβληματάκι (πάντα για εμάς τους σοβιετόφιλους κρατικιστές, όχι για τους νεοφιλελευθερους!): εάν μια φυλακή είναι επιχείρηση, και εάν αντικείμενο της επιχείρησης, δηλαδή το προϊόν που εμπορεύεται, είναι οι φυλακισμένοι, αυτό δημιουργεί ζήτηση για το εν λόγω προϊόν. Κάτι στο οποίο το κράτος των ΗΠΑ έχει φροντίσει, είτε φτιάχνοντας τους νόμους έτσι ώστε να ικανοποιείται αυτή ή ζήτηση είτε υπογράφοντας ρήτρες με τις συγκεκριμένες εταιρίες. Τι ρήτρες; Ουσιαστικά διαφυγόντων κερδών: σε περίπτωση που η ιδιωτική φυλακή πέσει κάτω από κάποιο ποσοστό πληρότητας (συνήθως γύρω στο 90%), η κυβέρνηση αναγκάζεται να καταβάλλει τα χαμένα κέρδη, προφανώς επειδή δεν φρόντισε να παρέχει τις πρώτες ύλες (δηλαδή ανθρώπους) σε επαρκείς ποσότητες ώστε η εταιρία να βγάλει κέρδος. Φυσικά, σε πολλές από αυτές, οι κρατούμενοι αναγκάζονται να δουλεύουν, εννοείται απλήρωτοι, εννοείται εκ των πραγμάτων χωρίς δικαιώματα, συνδικαλισμό και απαιτήσεις. Ο Μίλτον Φρίντμαν θα είχε κάνει κακάκια του από την χαρά του.

Τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με τα κελιά τύπου Γ; Καμία. Σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς με τους εγκληματίες θα ασχολούμαστε; Στο κάτω κάτω, αυτοί φταίνε που βρίσκονται στην φυλακή. Κάπως έτσι θα σκέφτονταν και οι γονείς των προαναφερθέντων εφήβων για τις ιδιωτικές φυλακές, πριν δουν την καλή πλευρά τους. Οι φυλακές είναι μια χωματερή, ένας χώρος στον οποίο η κάθε κοινωνία πετάει τα (υποτιθέμενα) απόβλητα της για να μην τα συναντά κάθε μέρα. Έτσι και αλλιώς, στις νέες αυτές φυλακές θα φυλακίζονται οι χειρότεροι, για τις πράξεις των οποίων ο εισαγγελέας θα αποφασίζει ότι αποτελούν απειλή για την ασφάλεια της χώρας και την δημόσια τάξη.

Μέχρι και ο τελευταίος πολίτης που έχει ελάχιστο νιονιό, αντιλαμβάνεται ότι στην παρούσα φάση, η δημόσια τάξη είναι κάτι το πολύ πολύ σχετικό. Απειλή για την δημόσια τάξη θα μπορούσε να είναι πραγματικά οτιδήποτε στην χώρα της οποίας η τότε (και ή μέχρι και σήμερα παραμένουσα) νεολαία εξεγέρθηκε τον Δεκέμβρη του 2008. Θα μπορούσε επίσης να είναι και η τρομοκρατική οργάνωση των Σκουριών. Απειλή για την ασφάλεια θα μπορούσαν να είναι οι οργανωμένες αντιδράσεις ενάντια στα χημικά της Συρίας. Η δημόσια τάξη θα μπορούσε να διασαλευθεί από μια οργάνωση που υπερασπίζεται με κάθε τρόπο το δικαίωμα στην κατοικία ενάντια στις εξώσεις ή κάποιον περιβαλλοντικό ακτιβισμό. Υποψήφιοι για εγκλεισμό στις φυλακές τύπου Γ θα μπορούσαν να είναι και οι κρατούμενοι που διαμαρτύρονταν πρίν λίγο καιρό για το «νοσοκομείο» του Κορυδαλλού. Το κράτος θα αποφασίζει ποιοι θα έχουν την τύχη να φιλοξενηθούν σε αυτά τα νέα «ιδρύματα», με βάση την επικινδυνότητα τους. Για ποιόν; Για την κοινωνία ή για το κράτος; Γιατί η επιλογή «και για τους δύο» δεν υπάρχει, κράτος και κοινωνία είναι πλέον σε αντιδιαστολή και σε ανοιχτό μονόπλευρο πόλεμο.

Σε εποχές εκτεταμένου κανιβαλισμού, το να επικαλεστεί κάποιος τα ανθρώπινα δικαιώματα ενάντια στα νέα κελιά φαντάζει πολυτέλεια. Ίσως να είναι καλύτερο να αναλογιστεί κανείς τι ακριβώς πετυχαίνει με το να μετατρέπει την χώρα του σε μια τεράστια, προσεχώς και ιδιωτική, φυλακή, Ελλήνων και ξένων. Τι μπορεί να βγεί από μια τεράστια επιχείρηση από την οποία, αρχικά το κράτος θα ξεφορτώνεται τους ανεπιθύμητους και στην συνέχεια οι ιδιώτες θα βγάζουν κέρδος από αυτούς. Αν και μέχρι σήμερα όλα τα παραπάνω περι ιδιωτικών φυλακών συμβαίνουν στις ΗΠΑ, κάποτε και τα γκουαντάναμο συνέβαιναν μόνο στις αμερικανικές βάσεις. Τώρα, σαν το κεφάλαιο και τις ιδέες του για γρήγορο κέρδος, μεταναστεύουν και προς τα εδώ. Οι κρατούμενοι βρίσκονται σε απεργία πείνας ενάντια στο νέο σχέδιο. Η απαξίωση του αγώνα τους δυστυχώς είναι σχεδόν δεδομένη από την πλειοψηφία της κοινωνίας· εξάλλου, αυτοί είναι εγκληματίες και τους συμπεριφέρονται έτσι. Να μια καλή σκέψη για τους μελλοντικούς υποψήφιους καταδικασμένους για χρέη, για διατάραξη της τάξης, για “ τρομοκρατία”…..

Η Ελλάδα με την Δανία έχουν ελάχιστα κοινά. Η μία ιστορική επαφή των δύο χωρών ήταν όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις, αφού δεν μας άρεσε ο Όθωνας, μας έφεραν τον Γεώργιο Ά για βασιλιά, του οίκου των Σλέσβιχ-Χόλσταιν-Σόντερμπουργκ–Γκλύξμπουργκ , συνολικού κλάδου του Οίκου του Ολδεμβούργου, κανακάρη του τότε βασιλιά της Δανίας. Η δεύτερη ήταν χρόνια μετά, αφού βέβαια εκδιώχθηκε ο δις-δις-δισεγγονος του προαναφερθέντος, όταν, στα τέλη της μεταπολίτευσης, ο έταιρος ηγεμόνας, ο ΓΑΠ, μας έταξε να μας μετατρέψει στη «Δανία του Νότου».

Κατά την ατάκα στον (συμφώνως με την ελληνοκεντρική παράδοση του κράτους) Αμλέτο του Σακεσπίρου, κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας. Ταιριάζει άψογα με την Ελλάδα, αν και δεν είμαστε πλέον βασίλειο και όπως αποδείξαμε λίγο πιο πάνω, ελάχιστη σχέση έχουμε με την Δανιμαρκία. Παρόλα αυτά, όντος κάτι πολύ σάπιο περιφέρεται στην χώρα, σαν το φάντασμα του πατρός Αμλέτου στο κάστρο Έλσινορ. Δεν έχει συγκεκριμένο όνομα και δεν έχει και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Πρόκειται μάλλον για μια γενική σαπίλα, κάτι σαν ομίχλη, που εμφανίζεται παντού και πουθενά. Φαίνεται και δεν φαίνεται και όνομα δεν έχει. Η τουλάχιστον, δεν είναι δυνατόν να βρεθεί μια συγκεκριμένη λέξη για να περιγράψει αυτό το φαινόμενο που παρατηρείται και που, στα χρόνια του μνημονίου, τείνει να γίνει κανόνας. Κι όμως, αυτή η σαπίλα υπάρχει.

Υπάρχει σε κάθε συζήτηση για τους “τεμπέληδες δημοσίους υπαλλήλους”. Υπάρχει σε αυτούς που βγάζουν το μένος τους και απαιτούν απολύσεις, χωρίς ποτέ να σκέφτονται ότι δημόσιος υπάλληλος δεν σημαίνει ένας τύπος σε μια καρέκλα, αλλά σημαίνει ένας γιατρός απλήρωτος να χτυπάει 14ωρα σε νοσοκομεία, ένας πυροσβέστης που καίγεται σε μια (τυχαία;) δασική πυρκαγιά, ένας εναερίτης της ΔΕΙ που ακροβατεί σε κολώνες, ένας δάσκαλος που έπλασε μαζί τους το κάθε τους παιδί.

Υπάρχει σε κάθε διαπληκτισμό για τις “μαϊμού συντάξεις” και για τα μεγάλα επιδόματα, χωρίς ποτέ σε αυτές τις συζητήσεις να εμφανίζονται οι φοροαπαλλαγές των εφοπλιστών, το Mall, τα χαρισμένα χρήματα σε τράπεζες, τα δίς των Σκουριών, τα πεταμένα λεφτά σε δρόμους και διόδια, την περιουσία της Εκκλησίας.

Υπάρχει στον καθένα που θέλει απολύσεις γιατί απολύθηκε και αυτός, βρίζει τις καθαρίστριες γιατί “και εμάς μας διώξανε αλλά δεν πήγαμε να καταλάβουμε κανένα υπουργείο” αντί να πάει και αυτός να καταλάβει κανένα υπουργείο, υπαρχεί σε αυτούς που φτιάχνονται με το ξύλο στους δρόμους και τα πάνοπλα ΜΑΤ γιατί “επιτέλους λίγη τάξη σε αυτή την χώρα”, σε αυτούς που συμπεριφέρονται σαν κοτζαμπάσηδες σε έναν άνεργο που ζητά λεφτά στο Μετρό ή σε έναν άστεγο σε μια γωνιά και σαν δούλοι στους τουρίστες και τον βουλευτή της περιοχής.

Υπάρχει σε αυτούς που “δεν είμαι ρατσιστής αλλά….”, που ξεχνούν ή επιλέγουν να ξεχνούν ότι η ζωή ενός Πακιστανού μετανάστη έχει την ίδια αξία με αυτή ενός Γερμανού τουρίστα, που δεν στεναχωριούνται και δεν οργίζονται με την κατάντια στο Φαληράκι αλλά με τον σκουρόχρωμο που ψάχνει στα σκουπίδια. Υπάρχει σε όσους κάνουν τον διαχωρισμό νόμιμοι και παράνομοι και σε όσους υπολογίζουν κόστη και ζημιές από τον καθένα.

Υπάρχει σε αυτούς που διαμορφώνουν γνώμη επειδή “ το είπε η τηλεόραση”, εσχάτως επειδή “το διάβασα στο ίντερνετ”. Σε αυτούς που αραδιάζουν τα νούμερα που τους αράδιασε ο χ δημοσιογράφος, σε αυτούς που χαρακτηρίζουν πατριώτη όποιον κρατά σημαία, χριστιανό όποιον φορά σταυρό, διαβασμένο όποιον πετάει ένα αρχαιοπρεπές (συχνά ανύπαρκτο ή ακατανόητο) τσιτάτο, κύριο όποιον φοράει κοστούμι. Υπάρχει σε αυτούς που τους αρκεί μια ταμπέλα για να ξεγράψουν κόσμο, όποια και αν είναι αυτή, ασχέτως του υποβάθρου ή της βαρύτητας της ίδιας της ταμπέλας: αναρχικός, τουρκόσπορος, εβραίος, ανθέλληνας, φυλακισμένος, άθεος, λεσβία ή οτιδήποτε δεν κολλάει στο καλούπι.

Υπάρχει σε αυτούς που μετράνε τα πάντα σε λεφτά, που δεν έχουν πρόβλημα να “αξιοποιηθούν” παραλίες, δάση, βουνά, κτήρια, μουσεία, προστατευόμενες εκτάσεις, οτιδήποτε τέλος πάντων για ένα απροσδιόριστο “κέρδος”. Υπάρχει σε αυτούς που δεν μπορούν να καταλάβουν τι θα πεί δημόσιος χώρος, ελεύθερη πρόσβαση, κοινή ιδιοκτησία, περιβάλλον, σε αυτούς που αν κάτι δεν “παράγει” με στεγνούς, μετρήσιμους, υλικούς όρους, δεν υπάρχει, είναι βάρος, είναι άχρηστο.

Υπάρχει σε αυτούς που ικανοποιούνται με μισθό 300 ευρώ γιατί “είναι καλύτερα από το τίποτα”, σε αυτούς που εμπέδωσαν ότι είναι τεμπέληδες και ότι μαζί τα φάγανε, σε αυτούς που θέλουν το ξεπούλημα των πάντων γιατί φαντάζονται ότι κάθε τι το ιδιωτικό είναι παραγωγικό και ότι ο ανταγωνισμός λειτουργεί, σε αυτούς που θέλουν να γίνουν (αυτό που στο μυαλό τους νομίζουν ότι είναι η) Αγγλία, Ελβετία, Αμερική, σε αυτούς που μιλούν με δέος για τις αγορές και τους επενδυτές.

Υπάρχει στους δογματικούς, τους πιστούς των απόλυτων αιώνιων αληθειών, τους τελειωμένους οπαδούς οποιασδήποτε θρησκείας και “θρησκείας”· κόμματα, ομάδες, ιδεολογίες, απόψεις. Υπάρχει στους ακολουθητές και τους παρατρεχάμενους, υπάρχει σε αυτούς που δηλώνουν δεξιοί επειδή η οικογένεια τους είναι δεξιά. Υπάρχει και σε αυτούς που δηλώνουν αριστεροί επειδή η οικογένεια τους είναι αριστερή. Υπάρχει στην μόνιμη υποχρέωση του καθενός να δηλώνει κάτι, να είναι μια ομάδα ή ένα κόμμα και να το στηρίζει είτε απόλυτα είτε καθόλου.

Υπάρχει σε αυτούς που βγήκαν στους δρόμους μόνο και μόνο για να πανηγυρίσουν την πρόκριση στο ποδόσφαιρο. Υπάρχει σε αυτούς που δεν τους νοιάζει αν το πέναλντι με την Ακτή Ελεφαντοστού ήταν όντως πέναλντι, αρκεί που περάσαμε. Υπάρχει ακόμα περισσότερο σε αυτούς που η φάση ήταν πέναλντι και όποιος λέει το αντίθετο είναι ανθέλληνας. Υπάρχει αυτή η σαπίλα, τερματισμένη, σε αυτούς που νοιώθουν πιο περήφανοι αν το πέναλντι είναι όντως πέτσινο, γιατί κατ’ αυτούς, το να καταφέρεις κάτι με την αξία σου είναι καλό, αλλά το να καταφέρεις κάτι με την κουτοπονηριά σου είναι μαγκιά, σε κάνει ανώτερο απο τους άλλους, τους χαζούς.

Όλα αυτά δεν συμπυκνώνονται κάπως και σίγουρα θα μπορούσαν να προστεθούν άλλα τόσα και άλλα τόσα. Δεν είναι ένα φαινόμενο, δεν είναι μια συμπεριφορά. Είναι σίγουρα το αποτέλεσμα δεκαετιών και το υπόλοιπο της μαθηματικής πράξης “χρήματα στο πορτοφόλι σύν μεγάλο αυτοκίνητο συν εξοχικό συν μπουζούκια συν η παρτάρα μου μείον την παιδεία και την κριτική σκέψη». Μια μεγάλη πλυμμύρα, όταν τα νερά κατακαθήσουν κάπως, αφήνει πίσω της ένα παχύ στρώμα λάσπης, αυτό που κατέβασαν τα νερά, το οποίο καλύπτει τα πάντα, ισοπεδώνει τα πάντα και τα ομογενοποιεί. Το βασίλειο είναι όντως σάπιο· ήταν πάντα σάπιο. Απλά είμαστε στο σημείο που τα νερά τραβιούνται σιγά σιγά και η σαπίλα μένει μόνη της στην επιφάνεια, να καλύψει τα πάντα. Από την άλλη πάλι, έχουμε τη ΒΙΟΜΕ, τις Σκουριές, τα κοινωνικά ιατρεία, τις συνελεύσεις γειτονιών, τις συλλογικότητες, τα αυτοοργανωμένα φροντιστήρια, τους συναιτερισμούς και πολλά άλλα που θα έρθουν, θυμίζοντας πρώτα και κύρια ότι η σαπίλα μπορεί να επικρατεί, αλλά δεν είναι για πάντα. Σίγουρα.

 

Δεν υπάρχει κακή διαφήμηση. Ή αλλιώς, και η κακή διαφήμηση, είναι διαφήμηση. Να τους πιστεύετε τους καπιταλιστές· σε κάτι τέτοια είναι μανούλες, ξέρουν τι λένε. Αφού και η πολιτική (και οι πολιτικοί) έχουν γίνει μαζικό προϊόν, με κύριο σκοπό να δημιουργήσουν ζήτηση και να πουληθούν στις εκλογές, το απόφθεγμα ισχύει και σε αυτή την συγκεκριμένη περίπτωση.

Κάθε βδομάδα και ένας νέος κατακλυσμός στα σόσιαλ μίντια. Ατάκες του Πάγκαλου τη μία, εκείνης της ανεκδιήγητης νεοδημοκράτισσοχρυσαυγίτισσας την άλλη, του πρώην υπουργού την Τρίτη, του Τζίμερου την τέταρτη και πάει λέγοντας. Μιλάμε συνήθως για αισχρές απόψεις οι περισσότερες εκ των οποίων μπορούν να εξηγηθούν λογικά με τρείς τρόπους: είτε αυτοί που τις εκστομίζουν τρολλάρουν, είτε είναι ηλίθιοι και δεν έχουν επαφή με την πραγματικότητα, είτε για κάποιον λόγο το κάνουν επίτηδες. Να τρολλάρει ο Πάγκαλος; Λίγο δύσκολο. Να είναι ηλίθιος; Απίθανο ·όσο και αν τον αποκαλούν διάφοροι έτσι, ο Πάγκαλος είναι πολλά πράγματα, αλλά ηλίθιος (με την έννοια του χαμηλού IQ) δεν είναι. Άρα μάλλον το κάνει επίτηδες. Γιατί; Για να παραμένει στο προσκήνιο, να είναι με κάποιον (οποιονδήποτε) τρόπο μέσα στα πράγματα. Ή, να προσπαθεί να μπεί στα πράγματα, να σηκώσει τις δικές του σκάλες από την αφάνεια στην μιντιακή (και άρα και δημόσια, καλώς η κακώς) πραγματικότητα, όπως η προαναφερθείσα νεοδημοκρατισσοχρυσαυγίτισσα, το ονομα της οποίας δεν αναγράφεται όχι από απέχθεια (μόνο), αλλά γιατί αυτό εξυπηρετεί τον σκοπό της.

Υπάρχει βέβαια και η άλλη άποψη, ότι σε κάθε αισχρή επίθεση του Πάγκαλου και σε κάθε γκεμπελίζουσα ατάκα του Τζήμερου είναι απαραίτητος ένας αντίλογος. Ας εξαιρέσουμε όμως λίγο τον Πάγκαλο συγκεκριμένα από αυτή την κουβέντα· είναι γνωστός και αναγνωρίσιμος από παλιά, αν και οι ατάκες του είναι μια μόνιμη προσπάθεια να δημιουργεί ντόρο γύρο απο το όνομα του με οποιονδήποτε τρόπο ώστε να παραμένει στο παιχνίδι. Οι υπόλοιποι σουπερσταρ της σκατοψυχίας χρησιμοποιούν ακριβώς αυτή την σκληρή γλώσσα και τα παρανοϊκά επιχειρήματα τους για να ανέλθουν από τον βούρκο και την μηδαμινότητα τους στα ύψη του μιντιακου/πολιτικούσταρ σύστεμ, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που μια τελευταίας διαλογής τραγουδιάρα χρησιμοποιεί το κορμί της για να γίνει γνωστή. Ο Γεωργιάδης ξεκίνησε από το μηδέν, μέχρι που ανακαλύψαμε τον γραφικό τύπο με την τσιριχτή φωνή και αρχίσαμε όλοι να κάνουμε πλάκα με αυτόν τον χαζούλη με τις ηλίθιες ατάκες και τα ουρλιαχτά και να τον σχολιάζουμε και να τον ειρωνευόμαστε και να που μια μέρα μας εμφανίζεται ως υπουργός. Ο Λιακόπουλος ξεκίνησε επίσης από το μηδέν και με τον ίδιο τρόπο έγινε διάσημος. Η διασημότητα πλέον είναι αναγκαία και ικανή συνθήκη για να μπάσει κάποιον στα σαλόνια της πολιτικής, καθώς ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο μπορεί να φέρει και τους αναγκαίους ψήφους. Τα social media είναι προνομιακό πεδίο για να ανέλθει κάποιος μέσω αυτής της κακής διαφήμισης ή να καταφέρει να επιτύχει αυτό που θέλει. Το προεκλόγικο βιντεάκι του Ποταμιού πχ αναπαράχθηκε τόσο πολύ στο Facebook, έστω και με αρνητικές (για να το πώ κομψά) κριτικές που κατάφερε να εκτοξεύσει τα views του. Πιο απλά; Αν υποθέσουμε ότι ο σκοπός ενός προεκλογικού σπότ είναι (προφανώς) να το δούν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι, το να το αναπαράγεις έστω και με άσχημα για τον Θεοδωράκη και το Ποτάμι σχόλια, βοηθά στην επίτευξη αυτού του σκοπού: το βλέπουν περισσότεροι άνθρωποι. Η προαναφερθείσα κυρία της ΝΔ/ΧΑ, η οποία δεν χάνει ευκαιρία για να ξεράσει λάσπη, είναι ένα απόλυτο μηδενικό, μια ανύπαρκτη στα δημόσια πράγματα προσωπικότητα. Και όμως, η αναπαραγωγή των αισχρών λόγων της είναι αυτή που την κάνει αναγνωρίσημη σιγά σιγά, σε ολοένα και περισσότερους. Αυτό είναι το πρώτο βήμα για να ανοίξουν οι πόρτες για αυτή.

Ζούμε σε εποχές που η ακρότητα των απόψεων, ο πνευματικός βούρκος και ο μισανθρωπισμός είναι αναγκαίες συνθήκες για να προβάλλεται κάποιος. Έτσι είναι, οι καιροί αλλάζουν· εκεί που παλιά ήταν της μόδας να είσαι «αριστερός» και «δημοκράτης» και αυτές οι δύο ιδιότητες ήταν αναγκαίες για να γίνει κάποιος Νταλάρας ή Τριανταφύλλου, τώρα η νέα μόδα των καιρών επιτάσσει εθνικισμό, μισοφασισμό και σκατοψυχία. Για τον ίδιο λόγο που παλιά έσκιζαν όλοι τα ιμάτια τους για την δημοκρατία, τώρα τα σκίζουν για το έθνος ή για τους «τεμπέληδες δημόσιους υπαλλήλους» ή για οτιδήποτε άλλο πουλάει στις τωρινές μέρες. Ας μην τους αναπαράγουμε, ας μην τους δίνουμε επιπλέον δημόσιο βήμα, ας μην τους προσφέρουμε την αναγνωρίσιμοτητα που είναι το μόνο που ποθούν. Ας τους αφήσουμε στην αφάνεια τους και στον πάτο που τους αξίζει. Σε αυτόν τον τόπο, αν υπάρχει κάτι σε περίσσεια, είναι τα καθάρματα, οι ρουφιάνοι και οι φασίστες. Ας μην βοηθήσουμε και άλλους να βγούν στην επιφάνεια.

Αρέσει σε %d bloggers: