Η μάχη με τον φασισμό

Το δεδομένο: ο ακροδεξιός λόγος δεν εξαφανίστηκε ποτέ στην Ελλάδα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Η άκρα δεξιά σε αυτόν τον τόπο, λειτούργησε ως το μακρύ χέρι του κράτους. Μετά το τέλος της κατοχής, οι συνεργάτες των ναζί όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά έγινε το εντελώς αντίθετο: αμνηστεύτηκαν, ξεπλύθηκαν στην κολυμβήθρα της εθνικοφροσύνης και της πατριδοκαπηλίας και έγιναν οργανικό τμήμα του ελληνικού κράτους, που τους χρησιμοποίησε για ιδεολογική και φυσική καταστολή ενάντια στην Αριστερά , τους δημοκράτες και τα λαϊκά κινήματα. Αυτό βέβαια δεν αποτελεί Ελληνική πρωτοτυπία.

Από τα τότε και ύστερα, η άκρα δεξιά συντηρούνταν στην χώρα, πάντα έτοιμη να ξεπροβάλλει για να θολώσει τα νερά. Ακόμα και αν οι συγκυρίες απαιτούσαν την «εξαφάνιση» της από το πολιτικό προσκήνιο, αυτό στην ουσία δεν έγινε ποτέ. Αντίθετα, το βαθύ κράτος την συντηρούσε, τόσο σε οργανωτικό επίπεδο όσο και σε ιδεολογικό. Ο υπόγειος ρατσισμός της ελληνικής κοινωνίας συντηρήθηκε και υποδαυλίστηκε από τα ΜΜΕ εδώ και δεκαετίες.

Σε οργανωτικό επίπεδο, η ακροδεξιά στελέχωσε το βαθύ κράτος: αστυνομία, ΚΥΠ, στρατός, εκκλησία , όλα τα καλόπαιδα χώθηκαν με την προστασία του κράτους, έτοιμα να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους την κατάλληλη ώρα. Και η ώρα αυτή, σιγά σιγά πλησιάζει.

Η ερώτηση:  Η ιδεολογική καταστολή που δεχόμαστε σαν κοινωνία επι δύο χρόνια, δεν εστιάζει στο να πείσει για την αναγκαιότητα του μνημονίου σαν λύση. Το μνημόνιο (και συνολικά οι νεοφιλελεύθερες αηδίες που ακούμε καθημερινά από κανάλια, πολιτικούς, μεγαλοκεφαλαιούχους και συναφή μπουμπούκια), εδώ και κάποιο καιρό «πουλιέται» κυρίως με το κλασσικό επιχείρημα περί έλλειψης εναλλακτικής, παρά ως τη «σωστή» λύση.  Το κράτος δηλαδή, πιο πολύ προσπαθεί να συγκρατήσει την κοινωνική οργή με απόψεις του στυλ «μας επιβάλλουν το μνημόνιο και δεν γίνεται κάτι άλλο», παρά να πείσει ότι «το μνημόνιο είναι ο σωστός δρόμος για την έξοδο της χώρας από την κρίση».

Αυτή όμως είναι  μια γραμμή η οποία δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ. Όσο οι επιπτώσεις αυξάνονται καθημερινά, όσο η οργή φουντώνει, οι συνειδήσεις ξεπερνούν τέτοια τρικ, και κάποια στιγμή θα ξεσπάσουν, με απρόβλεπτες συνέπειες. Κανείς δεν μπορεί να πειστεί για την αναγκαιότητα να του πάρουν τα πάντα, όση προσπάθεια και αν κάνουν τα ΜΜΕ. Κάποια στιγμή, το σκοινί που καθημερινά τεντώνεται, θα σπάσει, και όλες οι προβλέψεις για το τι θα συμβεί, πέφτουν στο κενό. Αυτό είναι κάτι που όλοι το γνωρίζουμε. Το ερώτημα δεν είναι το αν η οργή θα ξεσπάσει. Αυτό είναι σίγουρο. Τα πραγματικά ερωτήματα είναι δύο: το πότε θα γίνει αυτό και, κυρίως, το τι θα γίνει μετά.

Η άνοδος της ακροδεξιάς είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός. Πολλοί λένε ότι σε περιόδους κρίσης, τα άκρα ευνοούνται, είτε διότι δίνουν διεξόδους στην οργή, είτε γιατί προβάλλονται ως «τιμωρία» της κύριας πολιτικής σκηνής. Με βάση αυτή την άποψη, η άνοδος τόσο των φασιστών όσο και της αντίθετης πλευράς είναι αναμενόμενη. Αυτό που παρατηρούμε όμως τον τελευταίο καιρό, δεν είναι η ισχυροποίηση και των δύο πλευρών απλά, η τουλάχιστον μια σχεδόν ισόποση ισχυροποίηση, κάτι που θα δικαιολογούσε το παραπάνω επιχείρημα.

Αντίθετα, η αριστερά ναι μεν ανεβαίνει, τουλάχιστον δημοσκοπικά, όχι όμως όσο η ακροδεξιά, η οποία από εκλογικής άποψης κάνει μεγάλα άλματα, αλλά (και αυτό είναι το χειρότερο) νομιμοποιείται και ενισχύεται σαν άποψη μέσα στην ίδια την κοινωνία. Είναι αυτό όμως αποτέλεσμα της κοινωνικής διάλυσης και των ακραίων πιέσεων που δέχεται η ελληνική κοινωνία, η έχει κάποια σχέση και με το ίδιο το κράτος; Για να το πούμε και αλλιώς: η άνοδος των φασιστών, είναι αποτέλεσμα αυτής της καθημερινής καφρίλας που ζούμε (οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά), ή η ακροδεξιά υποβοηθείται από κάπου;

Η απάντηση:  Η μεγαλύτερη αναγκαιότητα για το πολιτικό και οικονομικό σύστημα είναι  η συνέχιση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, ίδιας η με κάποιες άνευ ουσίας αλλαγές, εξέγερση η μη εξέγερση.  Κάπου εδώ λοιπόν, στο ερώτημα «πως θα καταφέρει να επιβληθεί η συγκεκριμένη πολιτική σε μια κοινωνία που ολοένα και παίρνει θέση εναντίων της», εμφανίζεται η απάντηση στο πρόσωπο της ακροδεξιάς.

Για να συνεχίσει το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο να κρατά υποταγμένη μία κοινωνία, πρέπει να αλλάξει την συζήτηση, ασχέτως αρχικά των απαντήσεων σε αυτή, πολύ περισσότερο σε προεκλογική περίοδο όπως τώρα. Θα πρέπει δηλαδή, μια ολόκληρη κοινωνία, να σταματήσει να ασχολείται με το μνημόνιο και να θεωρήσει ως νούμερο ένα πρόβλημα της κάτι άλλο, κάτι που δεν θα έχει σχέση με την πολιτική της κυβέρνησης και δεν θα της δημιουργεί κάποιο πρόβλημα. Έτσι, μια ωραία μέρα, μάθαμε ότι το μεγάλο μας πρόβλημα είναι οι μετανάστες. 

Τώρα, το γεγονός ότι όλοι μαζί (πολιτικοί – ΜΜΕ – αστυνομία κτλ) ξύπνησαν μια ωραία μέρα και άρχισαν να αγωνιούν για τους μετανάστες, είναι αρκετά ύποπτο. Είναι βέβαια και μια σαφής βοήθεια προς τους φασίστες, των οποίων το μόνο πρόβλημα είναι οι μετανάστες. Οι μετανάστες γίνονται σιγά σιγά ο αποδιοπομπαίος τράγος, πάνω στους οποίους φορτώνονται όλα τα αμαρτήματα.  Τα επιχειρήματα των νέο-ναζί βγαίνουν πλέον και από επίσημα χείλη υπουργών και παρατρεχάμενων, οι οποίοι κατηγορούν τους μετανάστες περίπου για κάθε κακό σε αυτή την χώρα (σιγά σιγά, κατηγορούνται και για την δημοσιονομική κατάσταση της χώρας…), παρουσιάζονται σαν μάστιγα, σαν στρατός που έχει έρθει να καταλάβει τις πόλεις μας, σαν μέρος οργανωμένου σχεδίου με μόνο στόχο την εξάλειψη του ελληνικού έθνους, σαν φορείς όλων των ασθενειών.

Πολλοί ήταν αυτοί που έσπευσαν να χαρακτηρίσουν αυτή την εισβολή του μεταναστευτικού στην καθημερινή δημόσια συζήτηση ως προεκλογικό τρικ, με στόχο τον περιορισμό των απωλειών του κυρίαρχου μνημονιακού μπλοκ στις επερχόμενες εκλογές. Τα πράγματα όμως είναι πολύ πιο σοβαρά από αυτό. Η επιχείρηση δαιμονοποίησης των μεταναστών προχωράει πολύ βαθύτερα από τις εκλογές.

Οι μετανάστες δεν χαρακτηρίζονται απλά ως μια παράπλευρη απώλεια των διεθνών εντάσεων η οποία προκαλεί προβλήματα στο κράτος και πρέπει να αντιμετωπιστεί, αλλά ως μια ευθεία επίθεση ενάντια στο έθνος, οργανωμένη από τους εχθρούς του, κάτι που, πιο συγκεκαλυμμένα ίσως, υποστηρίζει σχεδόν το επίσημο κράτος. Με την έννοια αυτή, η μετάθεση της κουβέντας από το μνημόνιο στο μεταναστευτικό δημιουργεί αυτόματα και δύο νέες πλευρές: από την μία οι «υποστηρικτές» ας πούμε των μεταναστών και από την άλλη οι κυνηγοί τους. Μόνο που, από την στιγμή που οι μετανάστες στρέφονται ενάντια στο έθνος, αυτοί που θέλουν να τους διώξουν/περιορίσουν/σκοτώσουν (η οτιδήποτε άλλο) γίνονται αυτόματα υπερασπιστές του έθνους. Αυτοί που προσπαθούν να τους προστατέψουν η τουλάχιστον να τους αναγνωρίσουν τα ίδια δικαιώματα με τους ντόπιους, γίνονται εχθροί και ανθέλληνες. Πρακτικά τι σημαίνει αυτό; Ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται: οι φασίστες για άλλη μια φορά θα παρουσιαστούν ως προστάτες του έθνους, οι αριστεροί ως πολέμιοι του.

Πέραν του μεταναστευτικού όμως, η επίθεση εκτείνεται συνολικά στις αντιστάσεις απέναντι στο μνημόνιο, καθώς για άλλη μια φορά ανασύρεται το χαρτί του πατριωτισμού. Απεργίες και διαμαρτυρίες χαρακτηρίζονται περίπου ως ανθελληνικές πράξεις, ενώ όποιος διαμαρτύρεται δεν είναι πατριώτης. Το ζοφερό σκηνικό του φασισμού βέβαια συμπληρώνουν οι επιθέσεις λάσπης απέναντι στην αριστερά, στην οποία διάφοροι γραφικοί ανύπαρκτοι αποδίδουν μερίδιο ευθύνης για την σημερινή κατάσταση της χώρας.

Ο φασισμός διαχέεται στην ελληνική κοινωνία, είτε άμεσα είτε έμμεσα. Μια κοινωνία σε κρίση είναι επιρρεπής στις εύκολες απαντήσεις, στο κυνήγι των αδυνάτων, στο ξέσπασμα πάνω στους αποδιοπομπαίους τράγους, στην προσήλωση στον μεγάλο αρχηγό που θα την σώσει από τους εχθρούς. Ο φασισμός δεν επιστρέφει ως προεκλογικό χαρτί, αλλά ως άμεση ιδεολογική (και φυσική ) καταστολή, που από εδώ και πέρα θα αβαντάρεται και θα ισχυροποιείται από το ίδιο το πολιτικοοικονομικό σύστημα. Ακόμα και αν οι φασίστες δεν υπέρασπίζονται άμεσα το μνημόνιο και την νεοφιλελεύθερη πολιτική του, την στιρίζουν έμμεσα, αλλάζοντας την πολιτική ατζέντα για ίδιον όφελος και συνειδητά χαρακτηρίζοντας τον πυρήνα του αντιμνημονιακού μετώπου ως εχθρό του έθνους.  Η μάχη με τον φασισμό πρέπει να δωθεί τώρα, πρίν να είναι αργά. Και η μάχη αυτή, δεν δίνεται με υψηλές διακυρήξεις και εμπιστοσύνη στα αντιναζιστικά ένστικτα της κοινωνίας. Αυτά ακυρώνονται στην πράξη, καθώς ο φασισμός, αν ένα πράγμα ξέρει να κάνει καλά, αυτό είναι να κρύβει το πραγματικό του πρόσωπο. Η μάχη με τον φασισμό δίνεται εκεί που η κοινωνία ζεί και αναπνέει, στους δρόμους, τις πλατείες, τους χώρους δουλειάς. Έκει σχηματοποιείται το μέλλον. Αν τώρα αγνοήσουμε τον φασισμό, θα έρθει η μέρα που θα αναγκαστούμε να αναμετρηθούμε μαζί του, και τότε θα είναι πολύ αργά. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, γιατί κανείς δεν άκουγε την πρώτη φορά.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: