Ένας θάνατος, καμιά γέννηση

Όλοι οι πολιτικοί χώροι έχουν τους ήρωες τους, και όλοι οι άνθρωποι τα ινδάλματα τους. Κάποιους που στέκονται ψηλότερα από το σύνολο,  που ξεχωρίζουν είτε από τις πράξεις τους, είτε από την σκέψη τους. Για πολλούς από εμάς, ο Χρόνης Μίσσιος ήταν ένας από αυτούς, τους ήρωες, τους άξιους σεβασμού.  Όπως όλοι οι ήρωες, όταν είναι στην ζωή έχουμε το συνήθειο να τους αντιμετωπίζουμε σαν αντίκες, που υπάρχουν για να ομορφαίνουν τον χώρο αλλά όχι για χρήση, ενώ μετά τον θάνατο οι ήρωες μετατρέπονται σε αγάλματα, που κανείς δεν πρέπει να τα αγγίζει. Στον χώρο μας δε, μετά τον θάνατο του ήρωα, αρχίζει και το τράβηγμα από εδώ και από εκεί, αν ήταν κομμουνιστής, σοσιαλιστής, αναρχικός, τροτσκιστής, ΚΚΕς η οτιδήποτε άλλο, για να τον μετρήσουμε και αυτόν στους αποκλειστικά «δικούς» μας νεκρούς ήρωες. Δεν ξέρω βέβαια ο Μίσσιος πως θα αντιδρούσε σε όλα αυτά.

Ο ίδιος δεν νομίζω ότι αισθανόταν ήρωας η άξιος «σεβασμού», τουλάχιστον αυτού του σεβασμού που περνάει στην σφαίρα της θρησκευτικής αγιοποίησης. Ο Μίσσιος για μένα ήταν ένας από αυτούς τους ανθρώπους που δεν νοιώθουν ότι είναι «κάτι» ή ότι είναι κάποιου είδους σοφοί της φυλής ή που περιμένουν κάποιου είδους ανταπόδοση για αυτά που κάνουν. Συμπεριφέρονται σαν άνθρωποι, με τα πόδια στην γή και όχι σε κάποιο ιδεολογικό η κομματικό στερέωμα. Ακριβώς όμως, για αυτόν τον λόγο ξεχωρίζουν: ακριβώς επειδή δεν προσπαθούν να περάσουν, σε μια εποχή ψέμματος και make up, σαν κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι. Ξεχωρίζουν για την ομορφιά τους, που βγαίνει από μέσα τους αραφινάριστη, ανεπεξέργαστη και αγνή, που γι αυτόν τον λόγο ακριβώς διαχέεται και ακουμπά άλλες ψυχές και άλλες ζωές.

«Ό θάνατος του μας αφήνει φτωχότερους»: το κλισέ της ημέρας. Ο Χρόνης Μίσσιος πέθανε χθές και τα κείμενα του, οι αφηγείσεις του, οι βιογραφίες του και οι συνεντεύξεις του πλημμύρισαν το διαδίκτυο, σε έναν αυθόρμητο χείμαρρο θλίψης για την απώλεια του. Δυστυχώς όμως, φτωχότερους δεν μας κάνει ο θάνατος του Μίσσιου. Ήταν 82 χρονών. Έζησε μια γεμάτη ζωή αγώνα, μια ζωή που ήθελε ο ίδιος επειδή ήταν αγνός, τίμιος άνθρωπος και αγωνιστής. Πάλαιψε με τον καρκίνο αλλά δεν τα κατάφερε. Η πραγματική θλίψη δεν είναι στον θάνατο του, αλλά στην έλλειψη άλλων, νέων αντάξιων η καλύτερων του.

Ο Μίσσιος είναι παιδί μιας γενιάς συνεχόμενου αγώνα και ανυποχώρητων ιδανικών. Μιας εποχής που στιγμάτισε την Ελλάδα, που την έφερε πολλά χρόνια πίσω από την μία, αλλά από την άλλη εκτίναξε ανθρώπους που κοσμούν την χώρα και κάθε χώρα. Που περιέγραψαν ακέραιους τους πόνους, τις ελπίδες, τους πόθους, τις ανάγκες, τις στεναχώριες και τις χάρες μέσα στις περιόδους κρίσης και πολέμου, μέσα στις φυλακές και τις διώξεις. Όσο και αν εκτιμούσα τον Χρόνη Μίσσιο, δεν θα μου λείψει η φυσική του παρουσία: αυτή έκλεισε τον κύκλο της σε αυτόν τον κόσμο και η φωνή του υπάρχει και θα υπάρχει στα βιβλία του και στις καρδιές όσων τα διάβασαν και ένοιωσαν να επικοινωνούν μαζί του.

Το θλιβερό της υπόθεσης όμως είναι ότι δεν βρίσκονται άλλοι, αντίστοιχοι (η μη) που να περιγράψουν τις δικές μας χαρές, λύπες, πόνους και αγώνες. Που να μιλήσουν για τις τωρινές γενιές. Που να εκφράσουν τις δικές μας ιστορίες, αυτές που φτιάχνονται τώρα. Που να τραγουδήσουν νέες ελπίδες, για νέες καινούργιες μέρες που θέλουμε να έρθουν, αλλά κάθε μέρα φαίνονται να απομακρύνονται. Όχι ο «πνευματικός κόσμος» ή οι «διανοούμενοι»: αυτοί είναι που «χωρίζουν το κεφάλι από το σώμα» σύμφωνα με τον Γκαλεάνο. Αυτοί είναι που γράφουν για να δρέψουν τις δάφνες του σοφού, του πατερούλη. Αυτοί που σε τέτοιες περιόδους δεν μιλάνε, γιατί δεν έχουν τι να πούν. Μιλάω για αυτούς που νοιώθουν τι συμβαίνει, που κινούνται ανάμεσα μας. Για την καθημερινή μας κατάσταση, που δεν γεννάει ελπίδα και άρα δεν παράγει και τέχνη, και για την «τέχνη» που γεννάει μόνο χρήμα, χωρίς να λέει ιστορίες, χωρίς να φτιάχνει εικόνες. Μόνο μια ατελείωτη, καθημερινή μιζέρια, δίχως έκφραση πουθενά.

Αν για κάτι θα λείψει ο Μίσσιος, είναι για την ανθρώπινη απλότητα του και όχι για την απομακρυσμένη λάμψη του «ήρωα».  Ήρωας δεν νομίζω ότι ήθελε να είναι. Οι ανακοινώσεις και τα μεγάλα λόγια από χθές που μαθεύτηκε ο θάνατος του, αυτό προσπαθούν να κάνουν: να τον βάλουν στο βάθρο, όπως τόσους και τόσους άλλους. Να τον μεταφέρουν από την σφαίρα της καθημερινής ανθρώπινης ύπαρξης σε κάτι άλλο, που μόνο να το κοιτάζουμε μπορούμε, σαν μουσειακό έκθεμα. Ας μην τους κάνουμε την χάρη: όχι για τον Μίσσιο η τον κάθε Μίσσιο, αλλά για τις ίδια μας την ζωή που κάθε μέρα μετατρέπεται σε στεγνή, άνευρη επιβίωση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: