Εις μνήμην

Στις 24 Μαρτίου 1999 ήμουν μικρός. Βασικά, ήμουν στην αρχή της εφηβείας, δηλαδή αρκετά μικρός για να μην πολυκαταλαβαίνω και αρκετά μεγάλος για να μπορώ να συνειδητοποιήσω τι περίπου μπορεί να συμβαίνει. Δεν ήταν βέβαια και τόσο δύσκολο· πόλεμος. Δεν θέλει κάποια τρομαχτική ανάλυση, πόλεμος είναι. Βόμβες, εκρήξεις, φωτιές, πτώματα και σειρήνες, οι φονιάδες των λαών Αμερικάνοι επιτίθενται στην Σερβία.

Δεν μπορώ να πω ότι θυμάμαι και πολλά. Συγκεχυμένα όλα, κάθε βράδυ στα δελτία ειδήσεων οι ίδιες εικόνες των καταστροφών. Υπήρξαν κάποια πράγματα όμως που θυμάμαι ξεκάθαρα. Tο βράδυ που βομβάρδισαν την Κινέζικη πρεσβεία, για να πουν μετά ότι τα υπερσύχρονα συστήματα έκαναν λάθος. Θυμάμαι τα πτώματα όταν μια βόμβα έπεσε, πάλι από τα ίδια συστήματα ακριβείας, σε ένα ασθενοφόρο. Θυμάμαι επίσης πολύ έντονα τις πρώτες εικόνες την βραδιά που χτυπήθηκε η Ραδιοτηλεόραση της Σερβίας· ήταν ένας άνθρωπος, ζωντανός ακόμα, με τα πόδια του παγιδευμένα ανάμεσα σε δύο τεράστιες πλάκες τσιμέντου, να κρέμεται με το κεφάλι προς τα κάτω. Λίγο αργότερα ο δημοσιογράφος είχε πει ότι αναγκάστηκαν να του κόψουν τα πόδια για να τον ελευθερώσουν.

Κάποια χρόνια πριν, πρέπει να ήταν στα τέλη του ή να είχε τελειώσει μόλις ο πρώτος πόλεμος, αυτός της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας. Τότε ήμουν ακόμα πιο μικρός, δεν καταλάβαινα τίποτα, αν και τα πρόλαβα όλα αυτά· ακόμα έχω κάπου έναν χάρτη-πάζλ, δώρο σε κάποια γιορτή με την Τσεχοσλοβακία και την Ανατολική Γερμανία και όλες αυτές τις ανύπαρκτες τώρα χώρες. Παρόλα αυτά, ήμουν πολύ μικρός για να έχω έστω και κάποια συγκεχυμένη εικόνα. Ακόμα και τότε όμως, δεν ήταν τόσο δύσκολο να καταλάβω ότι κάπου γινόταν πόλεμος, σφαίρες, εκρήξεις, άνθρωποι νεκροί, ακόμα και αν καλά καλά δεν ξέραμε τι είναι όλα αυτά, ούτε καν που περίπου πέφτει η Γιουγκοσλαβία και η Βοσνία. Το σχολείο μου συμμετείχε σε ένα πρόγραμμα φιλοξενίας παιδιών του πολέμου. Τα έστελναν οι συγγενείς τους από την Σερβία στην Ελλάδα, να ξεφύγουν από τις δολοφονίες και τον πανικό. Θυμάμαι ότι ήταν σκληρά παιδιά· στο αναπόφευκτο ξύλο μεταξύ Ελληνόπουλων και Σερβόπουλων, πάντα κέρδιζαν γιατί ήταν ανελέητα. Τώρα βέβαια καταλαβαίνω γιατί, αλλά τότε δεν μου άρεσε, ούτε στους υπόλοιπους άρεσε πολύ και διαμαρτυρόμασταν στους καθηγητές. Κάποια από αυτά είχαν και περίεργες απαιτήσεις, μπέικον και αυγά για πρωϊνό πχ, και αυτό δεν το βλέπαμε με καλό μάτι, σε μας που είχαμε συνηθίσει με υποχρεωτικό γάλα και κάτι πρόχειρο. Ασε που δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε με τίποτα· αγγλικά δεν ήξεραν ούτε αυτά ούτε εμείς και μέχρι να καταλάβουμε ότι στα σέρβικα η λέξη για το “όχι” προφέρεται “ναί”, είχαν γίνει μεγάλες παρεξηγήσεις. Θυμάμαι και μια κοπελίτσα, κάπως μικρότερη από μένα στην ηλικία, που μάλλον την θυμάμαι γιατί μου άρεσε και λίγο, που είχε μάθει το “Ένα πρωινό η Παναγιά μου” και το τραγουδούσε πολύ όμορφα συνέχεια και αυτά ήταν τα μόνα ελληνικά που έμαθε και που είχε χάσει γονείς και αδέρφια και την έστειλαν στην Ελλάδα οι θείοι της. Θυμάμαι επίσης ένα Σερβάκι που ο δάσκαλος/συνοδός/διερμηνέας που τα συνόδευε, μας είχε πεί ότι είχε δεί τον πατέρα του να τον σκοτώνουν μουσουλμάνοι στην πλατεία του χωριού μαζί με άλλους άντρες, κάθε ηλικίας.

Κάπου εκεί ανάμεσα, σε αυτές τις δύο χρονιές, ή κρίση των Ιμίων. Επίσης δεν θυμάμαι και πάρα πολλά πέραν της κυρίαρχης τότε άποψης ότι “Οι Τούρκοι θέλουν να μας πάρουν την πατρίδα μας”. Ώρες αγωνίας για όλους, που μέχρι τότε ζούσαμε μια ήσυχη ζωή και ξαφνικά, μέσα σε ελάχιστες ώρες, απειλούμασταν με πόλεμο. Θυμάμαι που παρακολουθούσαμε από το σαλόνι μας τις εξελίξεις, τα έκτακτα δελτία και τα πλάνα με μια θάλασσα γεμάτη πολεμικά. Τις μέρες που η κρίση των Ιμίων ήταν στα φόρτε της, τότε που η πιθανότητα της επιστράτευσης είχε αρχίσει να μπαίνει για τα καλά στο τραπέζι, θυμάμαι τον πατέρα μου να μην μπορεί να σταθεί και να μην ξεκολλάει από την τηλεόραση. Θυμάμαι τον γενικότερο τρόμο μήπως γίνει πόλεμος. Φόβος, άγχος, αγωνία, όλα αυτά μαζί. Δεν είναι άλλωστε και λίγο, από την μία μέρα στην άλλη να σε φωνάξουν, να σου δώσουν ένα όπλο και να σε στείλουν στον πόλεμο.

Λίγο καιρό πριν υπηρετούσα την θητεία μου. Δεν μπορώ να πώ ότι ήταν σαν τον παλιό καλό στρατό, αν και είμαι σίγουρος ότι αυτοί που έζησαν εκείνες τις καταστάσεις τις 2χρονης θητείας θα υπερβάλλουν λίγο, όπως θα υπερβάλλω κι εγώ σε 5-10 χρόνια για το “ τι τράβηξα”. Όπως και να έχει, δεν είναι ευχάριστη εμπειρία, εκτός μόνο για λίγους βαρεμένους που φτιάχνονται με τα όπλα και τις προσοχές. Ευτυχώς, εκεί που υπηρέτησα, δεν υπήρχε κανένας τέτοιος, το τελείως αντίθετο. Ένα απόγευμα που καλοκαίριαζε, με δροσερό αεράκι, θάλασσα στο βάθος και πίσω της να χαμηλώνει ο ήλιος, λουφάζαμε τρείς φαντάροι από την υπηρεσία μας. Σε κανέναν από εμάς δεν άρεσε ο στρατός· το αντέχαμε, αλλά δεν μας άρεσε. Κάπως συνειδητοποιήσαμε εκείνο το απόγευμα, ότι (αν είναι δυνατόν) αυτό που κρατάμε στα χέρια μας είναι ένα όπλο. Είναι φτιαγμένο για να σκοτώνει και μάλιστα, πολύ επώδυνα και από μεγάλη απόσταση. Έτσι αγναντεύοντας και καπνίζοντας, καταλάβαμε και οι τρείς την απέχθεια μας για αυτό το πράγμα στα χέρια μας, πόσο άβολο είναι να κρατάς κάτι που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να πάρει ζωές άλλων. Κάπου στο βάθος, πέρα από την θάλασσα, αχνοφαίνονταν οι ακτές της Τουρκίας, εκεί όπου υπήρχαν άλλα παιδιά σαν κι εμάς, που μάλλον τέτοια ώρα θα κάπνιζαν και αυτοί κατά παράβαση των διαταγών και θα κρατούσαν όπλα. Θυμάμαι πόσο άσχημα αισθανθήκαμε σε εκείνη την συζήτηση με την πιθανότητα που περιέγραφε ένας από εμάς, να βρεθούμε κάπου, κάποια στιγμή, σε ένα χαντάκι, με αεροπλάνα και πυροβολικό, τανκς και σφαίρες παντού τριγύρω. Είμαι σίγουρος ότι κανένας που δεν έζησε κάτι τέτοιο, έναν πόλεμο δηλαδή, δεν μπορεί να το περιγράψει, ούτε καν να αποπειραθεί. Είναι πάντως μια πιθανότητα, για την οποία προετοιμαζόμαστε από μικροί, όταν θα το καλέσει η ώρα να τρέξουμε σε αυτό το χαντάκι γεμάτοι αισθήματα τιμής και αφοσίωσης στην πατρίδα. Ζούμε στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια και ο πόλεμος είναι πάντα μια πιθανότητα που μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Καθώς θυμάμαι όλα αυτά, τα κομμένα πόδια του υπάλληλου της Σέρβικης Ραδιοφωνίας, το κοριτσάκι που τραγουδούσε και τα πολεμικά πλοία στο Αιγαίο, όλους αυτούς τους πολέμους που πέρασαν ξυστά, αρχίζω να καταλαβαίνω τις μνήμες τρόμου που θα ξυπνάει σε ανθρώπους λίγο βορειότερα από εμάς αυτή η ημερομηνία. Μακάρι να μην τις μάθουμε και εμείς ποτέ από πρώτο χέρι.

1 comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: