Το άγαλμα στο Μέγαρο

Το άγαλμα, μου είχε πει ο φίλος, ήταν του Τρούμαν. Από την κοιτούσα το άγαλμα με δυσπιστία και από την άλλη άκουγα την φωνή του στο ακουστικό· δεν έμοιαζε με τον Τρούμαν. Το ύφος, το απλωμένο χέρι και το γεγονός ότι κάπου την είχα ξαναδεί αυτή την φάτσα, όλα έδειχναν ότι ο φίλος μου έκανε λάθος. Ήταν πάντως ένα μπρούτζινο άγαλμα σε μια γκρίζα μαρμάρινη βάση, μπροστά από το περιποιημένο γρασίδι του Μεγάρου Μουσικής, να ατενίζει τον δρόμο και την απογευματινή κίνηση.

Δεν ήταν το μόνο άγαλμα. Στο πλατύ πεζοδρόμιο, λίγο μπροστά από το υπερυψωμένο πεζούλι, βρισκόταν ένα καφάσι σκεπασμένο με ένα άσπρο πανί, με μια μορφή να πατά πάνω του. Ντυμένη στα άσπρα, όλα άσπρα, αέρινα, σαν σεντόνι ριγμένο πάνω της, με άσπρο μαντίλι στα μαλλιά, με πρόσωπο βαμμένο με άσπρο μεικ απ, με χέρια ολόλευκα από κάποια άσπρη σκόνη, με μαλλιά περασμένα με κάποια άσπρη πούδρα, με χείλη άσπρα. Όλα άσπρα, από την κορυφή μέχρι τα νύχια, ακίνητη σε κάποια πόζα ή μάλλον να προσπαθεί να κρατηθεί ακίνητη, με ένα μπουκέτο πλαστικά λουλούδια στα χέρια. Δεν τα κατάφερνε, την έβλεπα που έτρεμε λίγο ή που το κεφάλι της γύριζε ελαφρά και το βλέμμα έπαιζε προς τα πίσω, πάνω από τον δεξιό της ώμο.

Ήταν δυο πιτσιρίκια εκεί, όταν λέμε πιτσιρίκια εννοούμε πιτσιρίκια, κάτω από 10 χρονών, το ένα να ήταν 5 και το άλλο 2-3 χρόνια μεγαλύτερο. Δέρνονταν με κλωνάρια από δέντρο, φώναζαν, μισοέκλαιγαν και μισογελούσαν, χαλούσαν τον κόσμο. Δυο μέτρα μπροστά τους, η κοπέλα-ανθρώπινο άγαλμα προσπαθούσε να μείνει ακίνητη στην πόζα που είχε επιλέξει αλλά δεν μπορούσε, το κεφάλι της είχε πάρει κλίση που θεωρητικά θα μπορούσε να ταιριάζει με το ύφος του αγάλματος που πάσχιζε να προσποιηθεί αν δεν ήταν τα μάτια της που γλιστρούσαν πότε προς τα πιτσιρίκια και πότε προς το δρόμο. Είχε ένα κουτάκι, ένα άδειο μικρό μαύρο κουτί μπροστά της με ελάχιστα κέρματα μέσα και εγώ ακόμα δεν είχα κάνει την σύνδεση.

Είναι αλήθεια, στην αρχή την πέρασα για κάποια βλαμμένη χιπστερού η “καλλιτέχνιδα δρόμου” σε κάποια ηλίθια παράσταση-εικαστική παρέμβαση που μου φάνηκε τελείως χαζή. Ήταν αυτό το βλέμμα όμως που πάλευε μεταξύ της απαιτούμενης ακινησίας του κεφαλιού και της φασαρίας των παιδιών λίγο πίσω της όμως που με ανάγκασε να συνδέσω τις δύο σκηνές που μέχρι τότε αφελώς μου φαινόταν άσχετες μεταξύ τους. Δεν ήταν καλλιτέχνης δρόμου ή χιπστερού, δεν ήταν atenistas ή κάποια παράσταση του Δήμου για τους περαστικούς και τους τουρίστες. Ήταν απλά, η μητέρα.

Δυο λεπτά μετά, δεν άντεξε, κατέβηκε από το καφάσι και κάθισε πάνω του, το μπουκέτο με τα πλαστικά λουλούδια και στα δυό της χέρια και μια έκφραση εξάντλησης στο πρόσωπο, όσο βέβαια μπορούσε αυτό το κάτασπρο πρόσωπο να φανερώσει εκφράσεις. Μάλλον στα μάτια της φάνηκε. Πλησίασα και της έριξα όσα κέρματα είχα στην τσέπη μου, περίπου ένα ευρώ. Η κοπέλα σαν να υποκλίθηκε καθιστή, τα δυο χέρια ενωμένα μπροστά στο στήθος της σαν να προσευχόταν, με το μπουκέτο πάντα ανάμεσα τους. Κάπου εκεί μέσα στα λουλούδια πρέπει να κρυβόταν μια κόρνα κλόουν, γιατί ακούστηκε ένας τελείως παράταιρος διαπεραστικός ήχος. Απομακρύνθηκα και γύρισα και την ξανακοίταξα. Ήθελα επιβεβαίωση.

  “Δικά σου είναι τα παιδιά;”

Δεν μου απάντησε, έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι και με ένα χαμόγελο που ακόμα το σκέφτομαι και ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω αν ήταν χαράς, κούρασης ή απελπισίας. Μάλλον δεν πρόκειται να το ξεδιαλύνω ποτέ γιατί μάλλον ήταν όλα αυτά μαζί. Γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη, προς τον δρόμο. Δεν ξέρω τι ύφος είχα αλλά σίγουρα δεν θα ήταν ευχάριστο. Πρόλαβα μόνο να την δώ πριν φύγω να μαλώνει λίγο τα πιτσιρίκια και να ανεβαίνει πάλι στο καφάσι της, σε διαφορετική στάση.

Δεν ξέρω γιατί με άγγιξε τόσο πολύ αυτή η κοπέλα. Κάθε φορά που βρίσκομαι στην Αθήνα, κάτι με σκοτώνει. Μία είναι ένας παππούς που ψάχνει τα σκουπίδια, μία είναι η φίλη μου που έκλαιγε μέσα στο βαγόνι του ηλεκτρικού επειδή στο σουπερμάρκετ μετρούσε τα ροδάκινα που θα αγόραζε· ούτε πέντε, ούτε επτά, έξι ακριβώς. Αυτή την φορά ήταν η σειρά της κοπέλας-άγαλμα στο Μέγαρο Μουσικής να με σκοτώσει. Είναι σκληρό αυτό, να στέκεσαι ακίνητος για να βγάλεις λίγα χρήματα για να θρέψεις τα παιδιά σου, τα οποία αναγκάζεσαι να τα παίρνεις στους δρόμους μαζί σου για να τα προσέχεις χωρίς να μπορείς να τα προσέξεις για να μην χαλάσεις τον ρόλο. Είναι πολύ αξιοπρεπές αυτό, να προσπαθεί να μην ζητιανέψει αλλά να κάνει κάτι για να κερδίσει αυτά τα χρήματα, όσο και αν αυτό το κάτι φαίνεται χαζό σε μένα τον αδαή ή ευχάριστα χαριτωμένο στον τουρίστα. Για τα παιδιά που χαλούσαν τον κόσμο λίγο πίσω της και που δεν είχε πουθενά να τα αφήσει να τα προσέχουν όσο πάλευε να βγάλει λίγα χρήματα. Σαν να την φαντάζομαι να μαζεύει το καφάσι και το πολύτιμο μπουκέτο με τα λουλούδια, να γυρίζει σπίτι με τα παιδιά, να τους μαγειρεύει ότι βρίσκεται, να μετράει τα κέρματα και να ξεβάφεται, να τρώει ότι περισσέψει και να κοιμάται. Την άλλη μέρα πάλι στο ίδιο μέρος ίσως, έξω από το Μέγαρο Μουσικής που μαζεύει όλους τους πολιτισμένους γιάπηδες, με το ίδιο βλέμμα να ψάχνει τα παιδιά της παλεύοντας με την ακινησία του λευκού κορμιού της.

1 comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: