Ψέμα

“Γιατί οι πολιτικοί λένε ψέματα;”

“Γιατί τους αφήνουμε”

Η απλοϊκή και σίγουρα αληθινή απάντηση ανήκει στον Τσόμσκυ. Έτσι είναι: τους αφήνουμε. Το ερώτημα που γεννιέται αμέσως μετά όμως είναι το γιατί τους αφήνουμε. Κάποια εξήγηση δεν πρέπει να υπάρχει; Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτό το φαινόμενο, αυτό το “γιατί τους αφήνουμε”;
Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα δεν είναι τόσο απλή όσο στο πρώτο. Δεν μπορεί κάποιος πχ να απαντήσει εύκολα “γιατί οι άνθρωποι είναι χαζοί”. Δεν είναι έτσι, δεν είναι θέμα IQ και σίγουρα δεν είναι θέμα κάποιας επιδημίας μαζικής βλακείας. Υπάρχουν πάμπολλες περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια που οι πολιτικοί λένε εν γνώσει τους ψέματα σε μια κοινωνία που γνωρίζει ότι αυτό που ακούει είναι ψέμα. Και όμως, είτε τα δέχεται, είτε δεν αντιδρά, πάντα όμως γνωρίζοντας ότι ο πολιτικός ψεύδεται.

Παράδειγμα; Αυτές τις μέρες παρακολουθούμε το σήριαλ “ η κυβέρνηση διαπραγματεύεται με την τρόικα” για άλλη μια φορά. Για την ακρίβεια, οι επαναλήψεις του εν λόγω θεάματος κοντράρονται σε αριθμό με αυτές του Ρετιρέ ή του Κωνσταντίνου και Ελένης. Παραμύθια φυσικά: όλοι γνωρίζουν ότι καμία απολύτως διαπραγμάτευση δεν γίνεται, καμία κυβέρνηση δεν έχει βάλει κόκκινες γραμμές, κανένας υπουργός δεν κονταροχτυπιέται με κανέναν τροϊκανό. Και όμως, θα βρείς πολλούς που γνωρίζουν ότι όλα αυτά είναι ψέμματα, χοντρά ψέμματα αλλά επιμένουν να σχολιάζουν την επικαιρότητα της διαπραγμάτευσης, να ελπίζουν στην μάχη που θα δώσει ο Μητσοτάκης ή ο Βορίδης, να περιμένουν μήπως και βγεί κάτι, να δουν τι θα πεί ο Σαμαράς, τι θα σχολιάσει ο Μπάμπης Παπαδημητρίου, τι στάση θα κρατήσουν τα ξένα ΜΜΕ και πάει λέγοντας. ‘Όλα αυτά εν γνώσει τους ότι δεν θα βγεί τίποτα απολύτως, ότι το παιχνίδι είναι στημένο και προμελετημένο και ότι ο κάθε υπουργός στο κάθε παράθυρο τους αραδιάζει ένα σωρό μπούρδες για να περάσουν και αυτά τα μέτρα μέχρι να έρθει πάλι η τρόικα σε λίγους μήνες και άντε πάλι από την αρχή. Οπότε, το ερώτημα παραμένει: εφόσον μπορούμε να αναγνωρίσουμε το ψέμα, γιατί το δεχόμαστε;

Κατά βάση, κάθε τι που γίνεται σε αυτόν τον κόσμο, καλό ή κακό συνοδεύεται από μια δικαιολογία. Πάντα· είναι ένας κανόνας απαράβατος για τις πράξεις των ανθρώπων. Κανένας δολοφόνος δεν θα ισχυριστεί ποτέ ότι σκότωσε έτσι, χωρίς λόγο· πάντα υπάρχει ένας λόγος, μια δικαιολογία, σοβαρή ή αστεία. Η δικαιολογία είναι απαραίτητη και προσφέρει στους ανθρώπους μια βάση ώστε να μην δράσουν ή να μην αλλάξουν την προσωπική τους οπτική σε μια κατάσταση. Ας πάρουμε ένα τυχαίο παράδειγμα, το Φαρμακονήσι: κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι καλώς πνίγηκαν παιδιά και ακόμα και στον μέσο Έλληνα, με όλο τον ρατσισμό και τον ατομισμό του, το θέαμα ενός πνιγμένου είναι αρκετό για να τον βάλει σε σκέψεις. Οι γνωστές ατάκες του Πρετεντέρη και η συνεχόμενη προσθήκη του “λάθρο-” πρίν την λέξη μετανάστης είναι οι καλύτερες δικαιολογίες για να μετακινηθεί η ευθύνη στο θύμα. Είναι προφανώς ηλίθιο να λέει κανείς ότι φταίνε οι νεκροί που προσπάθησαν να διασχίσουν το Αιγαίο Γενάρη μήνα, δεν στέκει με κανενός είδους λογική, είναι όμως μια δικαιολογία, χαζή ή έξυπνη δεν έχει σημασία: αρκεί που δίνει την ευκαιρία στον αποδέκτη της να μην αλλάξει την στάση του απέναντι στο ζήτημα, να μην αναγκαστεί να επανέξετασει την κατάσταση, να συνεχίσει την ζωή του ακριβώς όπως πρίν. Το ψέμα, η δικαιολογία του κάθε πολιτικού, είναι το “πάμε παρακάτω” του πολίτη. Αυτό είναι πολύ βολικό. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει αν αντί για Αιγαίο βάλουμε Εξάρχεια και αντί για “ Δεν φταίμε εμείς αν Γενάρη μήνα παίρνει κάποιος τα παιδιά του και ανεβαίνουν σε μια βάρκα” βάλουμε το “τι δουλεία είχε ο Γρηγορόπουλος στα Εξάρχεια”.

Δεν έχει καμία σημασία το είδος του ψέματος και της δικαιολογίας. Συχνά, όσο πιο γελοία είναι, τόσο πιο ανεκτά γίνονται, κάτι που βλέπουμε συνεχώς τον τελευταίο καιρό με τους πολιτικούς της συγκυβέρνησης ουσιαστικά να τρολλάρουν παρά να παράγουν πολιτικό λόγο. Το κάνουν γιατί ξέρουν ότι δεν υπάρχει κάποια ανάγκη για σοβαρό διάλογο με σοβαρά επειχηρήματα· απέναντι σε μια διαλυμένη κοινωνία που ψάχνει βάσεις για να σταθεί κάπου, ακόμα και η πιο ηλίθια δικαιολογία, είναι δικαιολογία και ακόμα και το πιο εξωφρενικό ψέμα γίνεται δεκτό ως πάτημα για να συνεχίσουν οι ζωές και την επόμενη μέρα.

Γενικώς, οι πολιτικοί μας λένε ψέματα γιατί ξέρουν ότι θα τους πιστέψουμε. Ακόμα και όταν γνωρίζουμε ότι μας λένε ψέματα, πάλι θα τους πιστέψουμε γιατί αν δεν το κάνουμε, είμαστε αναγκασμένοι να αλλάξουμε την κατάσταση, δηλαδή να τους αφαιρέσουμε το δικαίωμα να λένε ψέματα, να κυβερνούν και πάει λέγοντας. Το πολιτικό (και όχι μόνο) ψέμα είναι μια συνδιαλλαγή που κατά κάποιο τρόπο, διατηρεί και τα δύο μέρη ευχαριστημένα: ο πολιτικός συνεχίζει να κυβερνά, ο “πολίτης” συνεχίζει την ζωή του. Κανένας πανικός, κανένα στρές, κανένα πρόβλημα και για τους δύο. Κάπως έτσι η κυβέρνηση έχει καταφέρει (με όλα αυτά που έχει κάνει) να υπάρχει χωρίς κάποια σοβαρή πρόκληση από το 2012, κάπως έτσι τα μεγαλύτερα ζητήματα περνούν στο ντούκου και κάπως έτσι ολοκληρώνεται το σπιράλ της καταστροφής, χωρίς ανατροπές και χωρίς μάχες.

1 comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: