Το να δικάσεις έναν δικαστή ξεφεύγει από τα όρια οποιουδήποτε συστήματος· από την Γαλλική Επανάσταση και μετά, μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας έχει αποφασίσει να αναθέτει την απονομή δικαιοσύνης σε αυτούς τους ανθρώπους. Και όμως, συμβαίνει καμιά φορά (σπάνια, δυστυχώς…) οι δικαστές να κατεβαίνουν από την έδρα και να βρίσκονται στο εδώλιο του κατηγορουμένου.

Κάτι τέτοιο συνέβη τον ζεστό Αύγουστο του 2011, όταν ο δικαστής Mark Ciavarella έφαγε 28 χρόνια φυλακή. Ο εν λόγω κύριος είχε εκλεγεί το 1995 ως δικαστής της κομητείας Luzerne της Πενσυλβάνια, με υποσχέσεις για σκληρή αντιμετώπιση της εφηβικής εγκληματικότητας. Η αλήθεια είναι ότι τα κατάφερε καλά. Τόσο καλά, που επανεκλέχθηκε το 2005, ενώ η αναγνωρισιμότητα του ήταν στα ύψη: πολλοί τον θαύμαζαν για την αφοσίωση του στην καταπολέμηση του εγκλήματος των νέων ενώ ήταν συχνός ομιλητής σε σχολεία.

Το πρόβλημα με τον δικαστή ήταν απλό: ο δικαστής έστελνε παιδιά στην φυλακή. Επι πληρωμή, για χρόνια, και για ψύλλου πήδημα. Πιο απλά, ο κ.κ. Δικαστής πληρωνόταν από τον ιδιοκτήτη δύο ιδιωτικών αναμορφωτηρίων της πολιτείας για να ρίχνει ποινές φυλάκισης σε μικρά παιδιά και εφήβους, κρατώντας έτσι τις φυλακές γεμάτες και αυξάνοντας τα κέρδη του επιχειρηματία. Όλο αυτό βέβαια, για τον μέσο νεοφιλελεύθερο, δεν εντάσσεται στην κατηγορία του εγκλήματος· είναι μάλλον μια καλή επιχειρηματική συμφωνία ενώ η καταδίκη του εν λόγω δικαστή, μια κατάπτυστη κρατική παρέμβαση στην λειτουργία της ελεύθερης αγοράς. Για εμάς τους υπόλοιπους όμως κοινούς ανθρώπους-υποστηρικτές της Σοβιετίας, οι πράξεις του δικαστή όχι μόνο είναι εγκληματικές, αλλά έχουν και ένα πανάρχαιο όνομα: δουλεμπόριο.

Ο σεβαστός δικαστής και ο (επίσης καταδικασμένος συνάδελφος του) Michael Conahan καθάρισαν 2.6 εκατομμύρια δολάρια από αυτές τις ευγενείς επιχειρήσεις. Καταδίκασαν ή καλύτερα, πούλησαν από την δικαστική τους έδρα συνολικά 3.000 παιδιά και εφήβους. Κάποια από αυτά, είχαν πειστεί από τους μπάτσους (περίεργο!) να απεμπολήσουν το δικαίωμα τους σε δικηγόρο κατά την διάρκεια της ολιγόλεπτης δίκης. Ένα εξ αυτών, καταδικάστηκε σε φυλακή επειδή έβρισε τη μάνα ενός άλλου παιδιού, ένα νέο κορίτσι κλείστηκε στο αναμορφωτήριο επειδή έφτιαξε στο MySpace ψεύτικο λογαριασμό όπου κορόιδευε τον υποδιευθυντή του σχολείου, ένα άλλο παιδί επειδή καταπάτησε εγκαταλελειμμένο δημόσιο κτήριο. Τουλάχιστον ένα από τα παιδιά που πέρασαν από τα χέρια του δικαστή και του επιχειρηματία, αυτοκτόνησε.

Στις ΗΠΑ υπάρχει ένα ωραιότατο ανθρωπιστικό σύστημα φυλακών, όπου ο δημόσιος τομέας συνυπάρχει με ιδιωτικό, με τον μεταξύ τους ανταγωνισμό να βελτιώνει τις προσφερόμενες στους καταναλωτές υπηρεσίες, όπως άλλωστε αποδείχθηκε στις ανωτέρω παραγράφους. Υπάρχουν δηλαδή δημόσιες φυλακές αλλά υπάρχουν και ιδιωτικές φυλακές. Οι μεγάλοι παίκτες είναι δύο εταιρίες, η GEO και η Corrections Corporation of America (Σωφρονιστική Εταιρία της Αμερικής) . Πρόκειται φυσικά για εξαιρετικό μάρκετινγκ: η φίρμα έχει μέσα τον καλό σκοπό (Σωφρονισμός) την λέξη που το άκουσμα της οδηγεί σε μαζικές εκσπερματώσεις στον Νέο Κόσμο (Εταιρία) και μια πρέζα εθνικισμού για την νοστιμιά.

Οι φυλακές αυτές πληρώνονται από το κράτος με το κεφάλι. Και πάλι όμως, υπάρχει ένα μικρό μικρό προβληματάκι (πάντα για εμάς τους σοβιετόφιλους κρατικιστές, όχι για τους νεοφιλελευθερους!): εάν μια φυλακή είναι επιχείρηση, και εάν αντικείμενο της επιχείρησης, δηλαδή το προϊόν που εμπορεύεται, είναι οι φυλακισμένοι, αυτό δημιουργεί ζήτηση για το εν λόγω προϊόν. Κάτι στο οποίο το κράτος των ΗΠΑ έχει φροντίσει, είτε φτιάχνοντας τους νόμους έτσι ώστε να ικανοποιείται αυτή ή ζήτηση είτε υπογράφοντας ρήτρες με τις συγκεκριμένες εταιρίες. Τι ρήτρες; Ουσιαστικά διαφυγόντων κερδών: σε περίπτωση που η ιδιωτική φυλακή πέσει κάτω από κάποιο ποσοστό πληρότητας (συνήθως γύρω στο 90%), η κυβέρνηση αναγκάζεται να καταβάλλει τα χαμένα κέρδη, προφανώς επειδή δεν φρόντισε να παρέχει τις πρώτες ύλες (δηλαδή ανθρώπους) σε επαρκείς ποσότητες ώστε η εταιρία να βγάλει κέρδος. Φυσικά, σε πολλές από αυτές, οι κρατούμενοι αναγκάζονται να δουλεύουν, εννοείται απλήρωτοι, εννοείται εκ των πραγμάτων χωρίς δικαιώματα, συνδικαλισμό και απαιτήσεις. Ο Μίλτον Φρίντμαν θα είχε κάνει κακάκια του από την χαρά του.

Τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με τα κελιά τύπου Γ; Καμία. Σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς με τους εγκληματίες θα ασχολούμαστε; Στο κάτω κάτω, αυτοί φταίνε που βρίσκονται στην φυλακή. Κάπως έτσι θα σκέφτονταν και οι γονείς των προαναφερθέντων εφήβων για τις ιδιωτικές φυλακές, πριν δουν την καλή πλευρά τους. Οι φυλακές είναι μια χωματερή, ένας χώρος στον οποίο η κάθε κοινωνία πετάει τα (υποτιθέμενα) απόβλητα της για να μην τα συναντά κάθε μέρα. Έτσι και αλλιώς, στις νέες αυτές φυλακές θα φυλακίζονται οι χειρότεροι, για τις πράξεις των οποίων ο εισαγγελέας θα αποφασίζει ότι αποτελούν απειλή για την ασφάλεια της χώρας και την δημόσια τάξη.

Μέχρι και ο τελευταίος πολίτης που έχει ελάχιστο νιονιό, αντιλαμβάνεται ότι στην παρούσα φάση, η δημόσια τάξη είναι κάτι το πολύ πολύ σχετικό. Απειλή για την δημόσια τάξη θα μπορούσε να είναι πραγματικά οτιδήποτε στην χώρα της οποίας η τότε (και ή μέχρι και σήμερα παραμένουσα) νεολαία εξεγέρθηκε τον Δεκέμβρη του 2008. Θα μπορούσε επίσης να είναι και η τρομοκρατική οργάνωση των Σκουριών. Απειλή για την ασφάλεια θα μπορούσαν να είναι οι οργανωμένες αντιδράσεις ενάντια στα χημικά της Συρίας. Η δημόσια τάξη θα μπορούσε να διασαλευθεί από μια οργάνωση που υπερασπίζεται με κάθε τρόπο το δικαίωμα στην κατοικία ενάντια στις εξώσεις ή κάποιον περιβαλλοντικό ακτιβισμό. Υποψήφιοι για εγκλεισμό στις φυλακές τύπου Γ θα μπορούσαν να είναι και οι κρατούμενοι που διαμαρτύρονταν πρίν λίγο καιρό για το «νοσοκομείο» του Κορυδαλλού. Το κράτος θα αποφασίζει ποιοι θα έχουν την τύχη να φιλοξενηθούν σε αυτά τα νέα «ιδρύματα», με βάση την επικινδυνότητα τους. Για ποιόν; Για την κοινωνία ή για το κράτος; Γιατί η επιλογή «και για τους δύο» δεν υπάρχει, κράτος και κοινωνία είναι πλέον σε αντιδιαστολή και σε ανοιχτό μονόπλευρο πόλεμο.

Σε εποχές εκτεταμένου κανιβαλισμού, το να επικαλεστεί κάποιος τα ανθρώπινα δικαιώματα ενάντια στα νέα κελιά φαντάζει πολυτέλεια. Ίσως να είναι καλύτερο να αναλογιστεί κανείς τι ακριβώς πετυχαίνει με το να μετατρέπει την χώρα του σε μια τεράστια, προσεχώς και ιδιωτική, φυλακή, Ελλήνων και ξένων. Τι μπορεί να βγεί από μια τεράστια επιχείρηση από την οποία, αρχικά το κράτος θα ξεφορτώνεται τους ανεπιθύμητους και στην συνέχεια οι ιδιώτες θα βγάζουν κέρδος από αυτούς. Αν και μέχρι σήμερα όλα τα παραπάνω περι ιδιωτικών φυλακών συμβαίνουν στις ΗΠΑ, κάποτε και τα γκουαντάναμο συνέβαιναν μόνο στις αμερικανικές βάσεις. Τώρα, σαν το κεφάλαιο και τις ιδέες του για γρήγορο κέρδος, μεταναστεύουν και προς τα εδώ. Οι κρατούμενοι βρίσκονται σε απεργία πείνας ενάντια στο νέο σχέδιο. Η απαξίωση του αγώνα τους δυστυχώς είναι σχεδόν δεδομένη από την πλειοψηφία της κοινωνίας· εξάλλου, αυτοί είναι εγκληματίες και τους συμπεριφέρονται έτσι. Να μια καλή σκέψη για τους μελλοντικούς υποψήφιους καταδικασμένους για χρέη, για διατάραξη της τάξης, για “ τρομοκρατία”…..

Η Ελλάδα με την Δανία έχουν ελάχιστα κοινά. Η μία ιστορική επαφή των δύο χωρών ήταν όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις, αφού δεν μας άρεσε ο Όθωνας, μας έφεραν τον Γεώργιο Ά για βασιλιά, του οίκου των Σλέσβιχ-Χόλσταιν-Σόντερμπουργκ–Γκλύξμπουργκ , συνολικού κλάδου του Οίκου του Ολδεμβούργου, κανακάρη του τότε βασιλιά της Δανίας. Η δεύτερη ήταν χρόνια μετά, αφού βέβαια εκδιώχθηκε ο δις-δις-δισεγγονος του προαναφερθέντος, όταν, στα τέλη της μεταπολίτευσης, ο έταιρος ηγεμόνας, ο ΓΑΠ, μας έταξε να μας μετατρέψει στη «Δανία του Νότου».

Κατά την ατάκα στον (συμφώνως με την ελληνοκεντρική παράδοση του κράτους) Αμλέτο του Σακεσπίρου, κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας. Ταιριάζει άψογα με την Ελλάδα, αν και δεν είμαστε πλέον βασίλειο και όπως αποδείξαμε λίγο πιο πάνω, ελάχιστη σχέση έχουμε με την Δανιμαρκία. Παρόλα αυτά, όντος κάτι πολύ σάπιο περιφέρεται στην χώρα, σαν το φάντασμα του πατρός Αμλέτου στο κάστρο Έλσινορ. Δεν έχει συγκεκριμένο όνομα και δεν έχει και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Πρόκειται μάλλον για μια γενική σαπίλα, κάτι σαν ομίχλη, που εμφανίζεται παντού και πουθενά. Φαίνεται και δεν φαίνεται και όνομα δεν έχει. Η τουλάχιστον, δεν είναι δυνατόν να βρεθεί μια συγκεκριμένη λέξη για να περιγράψει αυτό το φαινόμενο που παρατηρείται και που, στα χρόνια του μνημονίου, τείνει να γίνει κανόνας. Κι όμως, αυτή η σαπίλα υπάρχει.

Υπάρχει σε κάθε συζήτηση για τους “τεμπέληδες δημοσίους υπαλλήλους”. Υπάρχει σε αυτούς που βγάζουν το μένος τους και απαιτούν απολύσεις, χωρίς ποτέ να σκέφτονται ότι δημόσιος υπάλληλος δεν σημαίνει ένας τύπος σε μια καρέκλα, αλλά σημαίνει ένας γιατρός απλήρωτος να χτυπάει 14ωρα σε νοσοκομεία, ένας πυροσβέστης που καίγεται σε μια (τυχαία;) δασική πυρκαγιά, ένας εναερίτης της ΔΕΙ που ακροβατεί σε κολώνες, ένας δάσκαλος που έπλασε μαζί τους το κάθε τους παιδί.

Υπάρχει σε κάθε διαπληκτισμό για τις “μαϊμού συντάξεις” και για τα μεγάλα επιδόματα, χωρίς ποτέ σε αυτές τις συζητήσεις να εμφανίζονται οι φοροαπαλλαγές των εφοπλιστών, το Mall, τα χαρισμένα χρήματα σε τράπεζες, τα δίς των Σκουριών, τα πεταμένα λεφτά σε δρόμους και διόδια, την περιουσία της Εκκλησίας.

Υπάρχει στον καθένα που θέλει απολύσεις γιατί απολύθηκε και αυτός, βρίζει τις καθαρίστριες γιατί “και εμάς μας διώξανε αλλά δεν πήγαμε να καταλάβουμε κανένα υπουργείο” αντί να πάει και αυτός να καταλάβει κανένα υπουργείο, υπαρχεί σε αυτούς που φτιάχνονται με το ξύλο στους δρόμους και τα πάνοπλα ΜΑΤ γιατί “επιτέλους λίγη τάξη σε αυτή την χώρα”, σε αυτούς που συμπεριφέρονται σαν κοτζαμπάσηδες σε έναν άνεργο που ζητά λεφτά στο Μετρό ή σε έναν άστεγο σε μια γωνιά και σαν δούλοι στους τουρίστες και τον βουλευτή της περιοχής.

Υπάρχει σε αυτούς που “δεν είμαι ρατσιστής αλλά….”, που ξεχνούν ή επιλέγουν να ξεχνούν ότι η ζωή ενός Πακιστανού μετανάστη έχει την ίδια αξία με αυτή ενός Γερμανού τουρίστα, που δεν στεναχωριούνται και δεν οργίζονται με την κατάντια στο Φαληράκι αλλά με τον σκουρόχρωμο που ψάχνει στα σκουπίδια. Υπάρχει σε όσους κάνουν τον διαχωρισμό νόμιμοι και παράνομοι και σε όσους υπολογίζουν κόστη και ζημιές από τον καθένα.

Υπάρχει σε αυτούς που διαμορφώνουν γνώμη επειδή “ το είπε η τηλεόραση”, εσχάτως επειδή “το διάβασα στο ίντερνετ”. Σε αυτούς που αραδιάζουν τα νούμερα που τους αράδιασε ο χ δημοσιογράφος, σε αυτούς που χαρακτηρίζουν πατριώτη όποιον κρατά σημαία, χριστιανό όποιον φορά σταυρό, διαβασμένο όποιον πετάει ένα αρχαιοπρεπές (συχνά ανύπαρκτο ή ακατανόητο) τσιτάτο, κύριο όποιον φοράει κοστούμι. Υπάρχει σε αυτούς που τους αρκεί μια ταμπέλα για να ξεγράψουν κόσμο, όποια και αν είναι αυτή, ασχέτως του υποβάθρου ή της βαρύτητας της ίδιας της ταμπέλας: αναρχικός, τουρκόσπορος, εβραίος, ανθέλληνας, φυλακισμένος, άθεος, λεσβία ή οτιδήποτε δεν κολλάει στο καλούπι.

Υπάρχει σε αυτούς που μετράνε τα πάντα σε λεφτά, που δεν έχουν πρόβλημα να “αξιοποιηθούν” παραλίες, δάση, βουνά, κτήρια, μουσεία, προστατευόμενες εκτάσεις, οτιδήποτε τέλος πάντων για ένα απροσδιόριστο “κέρδος”. Υπάρχει σε αυτούς που δεν μπορούν να καταλάβουν τι θα πεί δημόσιος χώρος, ελεύθερη πρόσβαση, κοινή ιδιοκτησία, περιβάλλον, σε αυτούς που αν κάτι δεν “παράγει” με στεγνούς, μετρήσιμους, υλικούς όρους, δεν υπάρχει, είναι βάρος, είναι άχρηστο.

Υπάρχει σε αυτούς που ικανοποιούνται με μισθό 300 ευρώ γιατί “είναι καλύτερα από το τίποτα”, σε αυτούς που εμπέδωσαν ότι είναι τεμπέληδες και ότι μαζί τα φάγανε, σε αυτούς που θέλουν το ξεπούλημα των πάντων γιατί φαντάζονται ότι κάθε τι το ιδιωτικό είναι παραγωγικό και ότι ο ανταγωνισμός λειτουργεί, σε αυτούς που θέλουν να γίνουν (αυτό που στο μυαλό τους νομίζουν ότι είναι η) Αγγλία, Ελβετία, Αμερική, σε αυτούς που μιλούν με δέος για τις αγορές και τους επενδυτές.

Υπάρχει στους δογματικούς, τους πιστούς των απόλυτων αιώνιων αληθειών, τους τελειωμένους οπαδούς οποιασδήποτε θρησκείας και “θρησκείας”· κόμματα, ομάδες, ιδεολογίες, απόψεις. Υπάρχει στους ακολουθητές και τους παρατρεχάμενους, υπάρχει σε αυτούς που δηλώνουν δεξιοί επειδή η οικογένεια τους είναι δεξιά. Υπάρχει και σε αυτούς που δηλώνουν αριστεροί επειδή η οικογένεια τους είναι αριστερή. Υπάρχει στην μόνιμη υποχρέωση του καθενός να δηλώνει κάτι, να είναι μια ομάδα ή ένα κόμμα και να το στηρίζει είτε απόλυτα είτε καθόλου.

Υπάρχει σε αυτούς που βγήκαν στους δρόμους μόνο και μόνο για να πανηγυρίσουν την πρόκριση στο ποδόσφαιρο. Υπάρχει σε αυτούς που δεν τους νοιάζει αν το πέναλντι με την Ακτή Ελεφαντοστού ήταν όντως πέναλντι, αρκεί που περάσαμε. Υπάρχει ακόμα περισσότερο σε αυτούς που η φάση ήταν πέναλντι και όποιος λέει το αντίθετο είναι ανθέλληνας. Υπάρχει αυτή η σαπίλα, τερματισμένη, σε αυτούς που νοιώθουν πιο περήφανοι αν το πέναλντι είναι όντως πέτσινο, γιατί κατ’ αυτούς, το να καταφέρεις κάτι με την αξία σου είναι καλό, αλλά το να καταφέρεις κάτι με την κουτοπονηριά σου είναι μαγκιά, σε κάνει ανώτερο απο τους άλλους, τους χαζούς.

Όλα αυτά δεν συμπυκνώνονται κάπως και σίγουρα θα μπορούσαν να προστεθούν άλλα τόσα και άλλα τόσα. Δεν είναι ένα φαινόμενο, δεν είναι μια συμπεριφορά. Είναι σίγουρα το αποτέλεσμα δεκαετιών και το υπόλοιπο της μαθηματικής πράξης “χρήματα στο πορτοφόλι σύν μεγάλο αυτοκίνητο συν εξοχικό συν μπουζούκια συν η παρτάρα μου μείον την παιδεία και την κριτική σκέψη». Μια μεγάλη πλυμμύρα, όταν τα νερά κατακαθήσουν κάπως, αφήνει πίσω της ένα παχύ στρώμα λάσπης, αυτό που κατέβασαν τα νερά, το οποίο καλύπτει τα πάντα, ισοπεδώνει τα πάντα και τα ομογενοποιεί. Το βασίλειο είναι όντως σάπιο· ήταν πάντα σάπιο. Απλά είμαστε στο σημείο που τα νερά τραβιούνται σιγά σιγά και η σαπίλα μένει μόνη της στην επιφάνεια, να καλύψει τα πάντα. Από την άλλη πάλι, έχουμε τη ΒΙΟΜΕ, τις Σκουριές, τα κοινωνικά ιατρεία, τις συνελεύσεις γειτονιών, τις συλλογικότητες, τα αυτοοργανωμένα φροντιστήρια, τους συναιτερισμούς και πολλά άλλα που θα έρθουν, θυμίζοντας πρώτα και κύρια ότι η σαπίλα μπορεί να επικρατεί, αλλά δεν είναι για πάντα. Σίγουρα.

 

Δεν υπάρχει κακή διαφήμηση. Ή αλλιώς, και η κακή διαφήμηση, είναι διαφήμηση. Να τους πιστεύετε τους καπιταλιστές· σε κάτι τέτοια είναι μανούλες, ξέρουν τι λένε. Αφού και η πολιτική (και οι πολιτικοί) έχουν γίνει μαζικό προϊόν, με κύριο σκοπό να δημιουργήσουν ζήτηση και να πουληθούν στις εκλογές, το απόφθεγμα ισχύει και σε αυτή την συγκεκριμένη περίπτωση.

Κάθε βδομάδα και ένας νέος κατακλυσμός στα σόσιαλ μίντια. Ατάκες του Πάγκαλου τη μία, εκείνης της ανεκδιήγητης νεοδημοκράτισσοχρυσαυγίτισσας την άλλη, του πρώην υπουργού την Τρίτη, του Τζίμερου την τέταρτη και πάει λέγοντας. Μιλάμε συνήθως για αισχρές απόψεις οι περισσότερες εκ των οποίων μπορούν να εξηγηθούν λογικά με τρείς τρόπους: είτε αυτοί που τις εκστομίζουν τρολλάρουν, είτε είναι ηλίθιοι και δεν έχουν επαφή με την πραγματικότητα, είτε για κάποιον λόγο το κάνουν επίτηδες. Να τρολλάρει ο Πάγκαλος; Λίγο δύσκολο. Να είναι ηλίθιος; Απίθανο ·όσο και αν τον αποκαλούν διάφοροι έτσι, ο Πάγκαλος είναι πολλά πράγματα, αλλά ηλίθιος (με την έννοια του χαμηλού IQ) δεν είναι. Άρα μάλλον το κάνει επίτηδες. Γιατί; Για να παραμένει στο προσκήνιο, να είναι με κάποιον (οποιονδήποτε) τρόπο μέσα στα πράγματα. Ή, να προσπαθεί να μπεί στα πράγματα, να σηκώσει τις δικές του σκάλες από την αφάνεια στην μιντιακή (και άρα και δημόσια, καλώς η κακώς) πραγματικότητα, όπως η προαναφερθείσα νεοδημοκρατισσοχρυσαυγίτισσα, το ονομα της οποίας δεν αναγράφεται όχι από απέχθεια (μόνο), αλλά γιατί αυτό εξυπηρετεί τον σκοπό της.

Υπάρχει βέβαια και η άλλη άποψη, ότι σε κάθε αισχρή επίθεση του Πάγκαλου και σε κάθε γκεμπελίζουσα ατάκα του Τζήμερου είναι απαραίτητος ένας αντίλογος. Ας εξαιρέσουμε όμως λίγο τον Πάγκαλο συγκεκριμένα από αυτή την κουβέντα· είναι γνωστός και αναγνωρίσιμος από παλιά, αν και οι ατάκες του είναι μια μόνιμη προσπάθεια να δημιουργεί ντόρο γύρο απο το όνομα του με οποιονδήποτε τρόπο ώστε να παραμένει στο παιχνίδι. Οι υπόλοιποι σουπερσταρ της σκατοψυχίας χρησιμοποιούν ακριβώς αυτή την σκληρή γλώσσα και τα παρανοϊκά επιχειρήματα τους για να ανέλθουν από τον βούρκο και την μηδαμινότητα τους στα ύψη του μιντιακου/πολιτικούσταρ σύστεμ, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που μια τελευταίας διαλογής τραγουδιάρα χρησιμοποιεί το κορμί της για να γίνει γνωστή. Ο Γεωργιάδης ξεκίνησε από το μηδέν, μέχρι που ανακαλύψαμε τον γραφικό τύπο με την τσιριχτή φωνή και αρχίσαμε όλοι να κάνουμε πλάκα με αυτόν τον χαζούλη με τις ηλίθιες ατάκες και τα ουρλιαχτά και να τον σχολιάζουμε και να τον ειρωνευόμαστε και να που μια μέρα μας εμφανίζεται ως υπουργός. Ο Λιακόπουλος ξεκίνησε επίσης από το μηδέν και με τον ίδιο τρόπο έγινε διάσημος. Η διασημότητα πλέον είναι αναγκαία και ικανή συνθήκη για να μπάσει κάποιον στα σαλόνια της πολιτικής, καθώς ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο μπορεί να φέρει και τους αναγκαίους ψήφους. Τα social media είναι προνομιακό πεδίο για να ανέλθει κάποιος μέσω αυτής της κακής διαφήμισης ή να καταφέρει να επιτύχει αυτό που θέλει. Το προεκλόγικο βιντεάκι του Ποταμιού πχ αναπαράχθηκε τόσο πολύ στο Facebook, έστω και με αρνητικές (για να το πώ κομψά) κριτικές που κατάφερε να εκτοξεύσει τα views του. Πιο απλά; Αν υποθέσουμε ότι ο σκοπός ενός προεκλογικού σπότ είναι (προφανώς) να το δούν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι, το να το αναπαράγεις έστω και με άσχημα για τον Θεοδωράκη και το Ποτάμι σχόλια, βοηθά στην επίτευξη αυτού του σκοπού: το βλέπουν περισσότεροι άνθρωποι. Η προαναφερθείσα κυρία της ΝΔ/ΧΑ, η οποία δεν χάνει ευκαιρία για να ξεράσει λάσπη, είναι ένα απόλυτο μηδενικό, μια ανύπαρκτη στα δημόσια πράγματα προσωπικότητα. Και όμως, η αναπαραγωγή των αισχρών λόγων της είναι αυτή που την κάνει αναγνωρίσημη σιγά σιγά, σε ολοένα και περισσότερους. Αυτό είναι το πρώτο βήμα για να ανοίξουν οι πόρτες για αυτή.

Ζούμε σε εποχές που η ακρότητα των απόψεων, ο πνευματικός βούρκος και ο μισανθρωπισμός είναι αναγκαίες συνθήκες για να προβάλλεται κάποιος. Έτσι είναι, οι καιροί αλλάζουν· εκεί που παλιά ήταν της μόδας να είσαι «αριστερός» και «δημοκράτης» και αυτές οι δύο ιδιότητες ήταν αναγκαίες για να γίνει κάποιος Νταλάρας ή Τριανταφύλλου, τώρα η νέα μόδα των καιρών επιτάσσει εθνικισμό, μισοφασισμό και σκατοψυχία. Για τον ίδιο λόγο που παλιά έσκιζαν όλοι τα ιμάτια τους για την δημοκρατία, τώρα τα σκίζουν για το έθνος ή για τους «τεμπέληδες δημόσιους υπαλλήλους» ή για οτιδήποτε άλλο πουλάει στις τωρινές μέρες. Ας μην τους αναπαράγουμε, ας μην τους δίνουμε επιπλέον δημόσιο βήμα, ας μην τους προσφέρουμε την αναγνωρίσιμοτητα που είναι το μόνο που ποθούν. Ας τους αφήσουμε στην αφάνεια τους και στον πάτο που τους αξίζει. Σε αυτόν τον τόπο, αν υπάρχει κάτι σε περίσσεια, είναι τα καθάρματα, οι ρουφιάνοι και οι φασίστες. Ας μην βοηθήσουμε και άλλους να βγούν στην επιφάνεια.

Ήταν κάποτε ένα μεγάλο μεγάλο κτήριο. Ένα Υπουργείο, γεμάτο ανθρώπους με σακάκια και κάτι περίεργα πανιά που κρέμονται από τον λαιμό τους που τα λεν γραβάτες και κάτι περίεργες μαύρες τσάντες που είναι γεμάτες χαρτιά με νούμερα που τις λεν χαρτοφύλακες και τα χαρτιά με τα νούμερα τα λεν στοιχεία και στατιστικές. Μπαινόβγαιναν όλη μέρα σε αυτό το Υπουργείο και λέρωναν τα πατώματα με την σκόνη του δρόμου και με τα χιλιάδες, εκατομμύρια άχρηστα έγγραφα τους και με τους τελειωμένους τους καφέδες και τα τσιγάρα τους, και είχε το Υπουργείο καθαρίστριες για να διατηρούν τον χώρο των ανθρώπων με τις γραβάτες καθαρό. Μέχρι που μια μέρα, οι στατιστικές αυτές δεν έβγαιναν να θρέψουν και την καθαρίστρια και το μπόνους του ανθρώπου με τη γραβάτα. Και είπε ο Υπουργός: θα φύγουν οι σκούπες για να μην φύγουν οι γραβάτες. Και έτσι, έδιωξαν τις σκούπες.

Οι καθαρίστριες όμως δεν το δέχτηκαν αυτό γιατί δεν κατάλαβαν ποτέ τους, σαν αμόρφωτες που είναι, γιατί πρέπει να φύγουν αυτές και όχι οι γραβάτες. Και αρνήθηκαν να φύγουν. Δεν παρακάλεσαν, και αυτό ξένισε τον Υπουργό, συνηθισμένος όπως ήταν σε εκκλήσεις και διαπραγματεύσεις με συνδικαλιστές. Στάθηκαν έξω από την πόρτα του μεγάλου κτηρίου και έμειναν εκεί. Και είπαν οι καθαρίστριες: δεν θα φύγουμε εμείς από εδώ. Και τότε ο Υπουργός σήκωσε το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη της γραμμής, ήταν ο Αστυνόμος.

Ο Αστυνόμος χάρηκε πολύ που τον πήρε ο φίλος του ο Υπουργός και αφού τον ρώτησε για την γυναίκα του και τα παιδιά του (καλά όλοι, δόξα τω Θεώ, υγεία πάνω απ’ όλα) πήρε τον φίλο του το ΜΑΤατζή και του είπε: πάρε την παρέα και τις ασπίδες και πηγαίνετε στο Υπουργείο να τις διώξετε, γιατί ο Υπουργός δυσφορεί. Και πήρε ο ΜΑΤατζής την παρέα του και πήγαν στο Υπουργείο και τις έδιωξαν.

Την άλλη μέρα όμως, κάτι ακόμα πιο παράξενο: οι καθαρίστριες ήταν πάλι εκεί. Ο ΜΑΤατζής είχε αρχίσει να εκνευρίζεται, συνηθισμένος όπως ήταν να τον τρέμουν όλοι και με δυο γκλοπιές να εξαφανίζονται από μπροστά του. Δεν μπορούσε να το δεχτεί, αυτός ο φοβερός και τρομερός, αυτός ο «γαμάω», αυτός που τόσους έστειλε στο νοσοκομείο, να τον δουλεύουν τώρα μερικές γυναικούλες. Και πήρε τηλέφωνο τον Αστυνόμο και του είπε ο Αστυνόμος: δείρε τες όσο θές, να σκάσουν, να μην φωνάζουν. Τις έδερναν και όμως αυτές πάλι εκεί, φώναζαν, και όσο περισσότερο φώναζαν τόσο περισσότερο τις έδερναν και όσο περισσότερο τις έδερναν, τόσο περισσότερο φώναζαν, και το πρόβλημα με κάποιον που φωνάζει είναι ότι ακούγεται.  Άρχισαν λοιπόν οι καθαρίστριες να ακούγονται, και δωστου ξύλο και εκεί αυτές, να φωνάζουν. Σιγά σιγά, ολοένα και περισσότεροι τις άκουγαν και αυτοί που τις άκουγαν, άρχιζαν να παραξενεύονται, γιατί τώρα να τις δέρνουν και να τις διώχνουν, μπάς και αυτός ο Υπουργός έχει κανένα φίλο που έχει κανένα μπατζανάκη που έχει κανένα πρωτοξάδερφο παλιό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ με ιδιωτική εταιρία υπηρεσιών καθαριότητας; Και δεν μπορούσαν να καταλάβουν αυτοί που τις άκουγαν που έχουν άδικο οι καθαρίστριες, και πώς θα σωθεί η χώρα απο 300 καθαρίστριες και άρχιζαν και αυτοί να διαμαρτύρονται μαζί με τις καθαρίστριες, και κάθε μέρα γινόταν περισσότερες οι διαμαρτυρίες. Έτσι, ο Υπουργός σήκωσε πάλι το ακουστικό και στην άλλη γραμμή ήταν ο φίλος του ο Καναλάρχης.

Ο Καναλάρχης αφορμή έψαχνε να τα κανονίσει με τον Υπουργό γιατί έχει και κάτι δανειάκια μωρέ και είναι δύσκολες οι εποχές τώρα, μήπως να τα ξεχνούσαμε κ. Υπουργέ και εντάξει, θα το φτιάξουμε το θέμα με τις κωλόγριες. Φώναξε λοιπόν ο Καναλάρχης τον υπάλληλο του τον Δημοσιογράφο και του είπε “ξέρεις τι πρέπει να κάνεις”. Και όντως, ο δημοσιογράφος ήξερε έπρεπε τι να κάνει. Έβαλε λοιπόν την γραβάτα του και το καλό του το κουστούμι και βγήκε στα παράθυρα και είπε στον Νοικοκυραίο ότι αυτές οι καθαρίστριες, εντάξει τώρα, δεν είναι και τόσο αθώες, δημόσιες υπάλληλοι είναι, τεμπέληδες σαν όλους τους άλλους, ποιος ξέρει τι μισθούς παίρνανε, άσε που τις βάζει και ο ΣΥΡΙΖΑ τώρα να διαμαρτύρονται και στην τελική, εσύ που είσαι ιδιωτικός υπάλληλος, γιατί να μην παίρνεις τέτοιο μισθό; Η τι, αυτές είναι έξυπνες που όταν απολύονται διαμαρτύρονται και εσύ δεν βγάζεις άχνα; Στον λάκκο και αυτές λοιπόν.  Έτσι είπε ο Δημοσιογράφος και ο Καναλάρχης και ο Υπουργός ήταν πολύ ευχαριστημένοι, και ο Νοικοκυραίος νευρίασε με τις συντεχνίες που λυμαίνονται το κράτος του. Μόνο ο ΜΑΤατζής δεν ήταν χαρούμενος γιατί δεν μπορούσε να τις δείρει τόσο όσο θα ήθελε.

Έλα όμως που αυτές πάλι εκεί ήταν και πάλι φώναζαν, και σιγά σιγά ερχόταν και άλλος κόσμος μαζί τους; Έλα όμως που σιγά σιγά το θέμα τους έφτανε παντού; Έλα όμως που ότι και να έλεγε ο Δημοσιογράφος, δεν τον πίστευαν;  Έλα όμως που χρησιμοποίησαν και τον νόμο και δικαιώθηκαν; Αυτό το τελευταίο ειδικά ο Υπουργός δεν το ανεχόταν με τίποτα, τα δικά του τα δικαστήρια να σηκώνουν παντιέρα ρόσα! Έκανε έφεση λοιπόν και σήκωσε πάλι το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη ήταν ο φίλος του ο Δικαστής.

Ο φίλος του ο Δικαστής είχε και αυτός κάτι θεματάκια, με τους μισθούς λένε αλλά κανείς δεν ξέρει στα σίγουρα. Όπως και να έχει πάντως, ο Δικαστής τον καθησύχασε: από μένα δεν περνάνε Υπουργέ, δίκιο ξε-δίκιο, εδώ μέσα θα τις θάψουμε. Και πήγε ο Δικαστής την άλλη μέρα, και έβαλε την τήβεννο και κάθισε στην μεγάλη έδρα του κάτω από την εικόνα του Χριστούλη και είπε και ελάλησε, να διωχθούν οι καθαρίστριες γιατί έτσι γουστάρω εγώ ο Δικαστής και ο Υπουργός και ο Καναλάρχης και ο Αστυνόμος. Και οι καθαρίστριες διώχθηκαν. Ο Υπουργός χάρηκε. Ο μόνος που δεν ήταν τόσο χαρούμενος ήταν ο ΜΑΤατζής, που δεν τον είχαν αφήσει τόσο καιρό να τις δείρει, να φχαριστηθεί η ψυχή του. Έτσι ο Υπουργός, καλόκαρδος όπως είναι, αποφάσισε να τον αφήσει να το γλεντήσει λίγο και αυτός ο κακόμοιρος. Και άφησε τον ΜΑΤατζή, και ο ΜΑΤατζής τις έδειρε όσο ήθελε και άλλο τόσο, έτσι για το καλό και γιατί τις είχε βαρεθεί, κάθε μέρα μπροστά του.

Και ο Υπουργός κάθισε αναπαυτικά στην καρέκλα του και σήκωσε το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη ήταν ο Τροϊκανός. Και του είπε ο Υπουργός, με γλίτσα στη φωνή και σε άψογα αγγλικά: “The job is done”.  Ο Τροϊκανός χάρηκε και παίνεσε τον Υπουργό. Ο Δημοσιογράφος, το βράδυ, με το καλό του σακάκι και την καλή του γραβάτα, εξέφρασε την θλίψη του για το «δράμα των καθαρίστριων» και για την κοινωνία που ζούμε και ο ΜΑΤατζής πήγε σπίτι του να δεί μπάλα, με την κούραση και την ήσυχη συνείδηση κάποιου που είχε μια καλή, παραγωγική μέρα στη δουλειά.

  Και έζησαν αυτοί καλά.

Το άγαλμα, μου είχε πει ο φίλος, ήταν του Τρούμαν. Από την κοιτούσα το άγαλμα με δυσπιστία και από την άλλη άκουγα την φωνή του στο ακουστικό· δεν έμοιαζε με τον Τρούμαν. Το ύφος, το απλωμένο χέρι και το γεγονός ότι κάπου την είχα ξαναδεί αυτή την φάτσα, όλα έδειχναν ότι ο φίλος μου έκανε λάθος. Ήταν πάντως ένα μπρούτζινο άγαλμα σε μια γκρίζα μαρμάρινη βάση, μπροστά από το περιποιημένο γρασίδι του Μεγάρου Μουσικής, να ατενίζει τον δρόμο και την απογευματινή κίνηση.

Δεν ήταν το μόνο άγαλμα. Στο πλατύ πεζοδρόμιο, λίγο μπροστά από το υπερυψωμένο πεζούλι, βρισκόταν ένα καφάσι σκεπασμένο με ένα άσπρο πανί, με μια μορφή να πατά πάνω του. Ντυμένη στα άσπρα, όλα άσπρα, αέρινα, σαν σεντόνι ριγμένο πάνω της, με άσπρο μαντίλι στα μαλλιά, με πρόσωπο βαμμένο με άσπρο μεικ απ, με χέρια ολόλευκα από κάποια άσπρη σκόνη, με μαλλιά περασμένα με κάποια άσπρη πούδρα, με χείλη άσπρα. Όλα άσπρα, από την κορυφή μέχρι τα νύχια, ακίνητη σε κάποια πόζα ή μάλλον να προσπαθεί να κρατηθεί ακίνητη, με ένα μπουκέτο πλαστικά λουλούδια στα χέρια. Δεν τα κατάφερνε, την έβλεπα που έτρεμε λίγο ή που το κεφάλι της γύριζε ελαφρά και το βλέμμα έπαιζε προς τα πίσω, πάνω από τον δεξιό της ώμο.

Ήταν δυο πιτσιρίκια εκεί, όταν λέμε πιτσιρίκια εννοούμε πιτσιρίκια, κάτω από 10 χρονών, το ένα να ήταν 5 και το άλλο 2-3 χρόνια μεγαλύτερο. Δέρνονταν με κλωνάρια από δέντρο, φώναζαν, μισοέκλαιγαν και μισογελούσαν, χαλούσαν τον κόσμο. Δυο μέτρα μπροστά τους, η κοπέλα-ανθρώπινο άγαλμα προσπαθούσε να μείνει ακίνητη στην πόζα που είχε επιλέξει αλλά δεν μπορούσε, το κεφάλι της είχε πάρει κλίση που θεωρητικά θα μπορούσε να ταιριάζει με το ύφος του αγάλματος που πάσχιζε να προσποιηθεί αν δεν ήταν τα μάτια της που γλιστρούσαν πότε προς τα πιτσιρίκια και πότε προς το δρόμο. Είχε ένα κουτάκι, ένα άδειο μικρό μαύρο κουτί μπροστά της με ελάχιστα κέρματα μέσα και εγώ ακόμα δεν είχα κάνει την σύνδεση.

Είναι αλήθεια, στην αρχή την πέρασα για κάποια βλαμμένη χιπστερού η “καλλιτέχνιδα δρόμου” σε κάποια ηλίθια παράσταση-εικαστική παρέμβαση που μου φάνηκε τελείως χαζή. Ήταν αυτό το βλέμμα όμως που πάλευε μεταξύ της απαιτούμενης ακινησίας του κεφαλιού και της φασαρίας των παιδιών λίγο πίσω της όμως που με ανάγκασε να συνδέσω τις δύο σκηνές που μέχρι τότε αφελώς μου φαινόταν άσχετες μεταξύ τους. Δεν ήταν καλλιτέχνης δρόμου ή χιπστερού, δεν ήταν atenistas ή κάποια παράσταση του Δήμου για τους περαστικούς και τους τουρίστες. Ήταν απλά, η μητέρα.

Δυο λεπτά μετά, δεν άντεξε, κατέβηκε από το καφάσι και κάθισε πάνω του, το μπουκέτο με τα πλαστικά λουλούδια και στα δυό της χέρια και μια έκφραση εξάντλησης στο πρόσωπο, όσο βέβαια μπορούσε αυτό το κάτασπρο πρόσωπο να φανερώσει εκφράσεις. Μάλλον στα μάτια της φάνηκε. Πλησίασα και της έριξα όσα κέρματα είχα στην τσέπη μου, περίπου ένα ευρώ. Η κοπέλα σαν να υποκλίθηκε καθιστή, τα δυο χέρια ενωμένα μπροστά στο στήθος της σαν να προσευχόταν, με το μπουκέτο πάντα ανάμεσα τους. Κάπου εκεί μέσα στα λουλούδια πρέπει να κρυβόταν μια κόρνα κλόουν, γιατί ακούστηκε ένας τελείως παράταιρος διαπεραστικός ήχος. Απομακρύνθηκα και γύρισα και την ξανακοίταξα. Ήθελα επιβεβαίωση.

  “Δικά σου είναι τα παιδιά;”

Δεν μου απάντησε, έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι και με ένα χαμόγελο που ακόμα το σκέφτομαι και ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω αν ήταν χαράς, κούρασης ή απελπισίας. Μάλλον δεν πρόκειται να το ξεδιαλύνω ποτέ γιατί μάλλον ήταν όλα αυτά μαζί. Γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη, προς τον δρόμο. Δεν ξέρω τι ύφος είχα αλλά σίγουρα δεν θα ήταν ευχάριστο. Πρόλαβα μόνο να την δώ πριν φύγω να μαλώνει λίγο τα πιτσιρίκια και να ανεβαίνει πάλι στο καφάσι της, σε διαφορετική στάση.

Δεν ξέρω γιατί με άγγιξε τόσο πολύ αυτή η κοπέλα. Κάθε φορά που βρίσκομαι στην Αθήνα, κάτι με σκοτώνει. Μία είναι ένας παππούς που ψάχνει τα σκουπίδια, μία είναι η φίλη μου που έκλαιγε μέσα στο βαγόνι του ηλεκτρικού επειδή στο σουπερμάρκετ μετρούσε τα ροδάκινα που θα αγόραζε· ούτε πέντε, ούτε επτά, έξι ακριβώς. Αυτή την φορά ήταν η σειρά της κοπέλας-άγαλμα στο Μέγαρο Μουσικής να με σκοτώσει. Είναι σκληρό αυτό, να στέκεσαι ακίνητος για να βγάλεις λίγα χρήματα για να θρέψεις τα παιδιά σου, τα οποία αναγκάζεσαι να τα παίρνεις στους δρόμους μαζί σου για να τα προσέχεις χωρίς να μπορείς να τα προσέξεις για να μην χαλάσεις τον ρόλο. Είναι πολύ αξιοπρεπές αυτό, να προσπαθεί να μην ζητιανέψει αλλά να κάνει κάτι για να κερδίσει αυτά τα χρήματα, όσο και αν αυτό το κάτι φαίνεται χαζό σε μένα τον αδαή ή ευχάριστα χαριτωμένο στον τουρίστα. Για τα παιδιά που χαλούσαν τον κόσμο λίγο πίσω της και που δεν είχε πουθενά να τα αφήσει να τα προσέχουν όσο πάλευε να βγάλει λίγα χρήματα. Σαν να την φαντάζομαι να μαζεύει το καφάσι και το πολύτιμο μπουκέτο με τα λουλούδια, να γυρίζει σπίτι με τα παιδιά, να τους μαγειρεύει ότι βρίσκεται, να μετράει τα κέρματα και να ξεβάφεται, να τρώει ότι περισσέψει και να κοιμάται. Την άλλη μέρα πάλι στο ίδιο μέρος ίσως, έξω από το Μέγαρο Μουσικής που μαζεύει όλους τους πολιτισμένους γιάπηδες, με το ίδιο βλέμμα να ψάχνει τα παιδιά της παλεύοντας με την ακινησία του λευκού κορμιού της.

Λοιπόν, είμαι αναποφάσιστος

Για όποιον περιμένει να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ και να σωθεί, το παιχνίδι είναι χαμένο είτε βγεί ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε δεν βγει. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να σώσει κανέναν. Δεν μπορεί καν σε τέτοιους καιρούς να επιτύχει μια μεγάλη νίκη, να πάρει τον κόσμο μαζί του. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να τα βάλει με την ΕΕ, κυρίως γιατί δεν πολυθέλει κιόλας. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να κάνει στάση πληρωμών ή να διαλέξει κάποια ριζική λύση· αυτό θέλει κάποια guts που λένε και οι φίλοι του Τσίπρα στο Αμέρικα τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ σίγουρα δεν διαθέτει. Μιλάμε για ένα κόμμα το οποίο αρχίζει τις υπεκφυγές με την πρώτη επίθεση των ΜΜΕ. Ο ΣΥΡΙΖΑ αν βγεί, και στις ευρωεκλογές και στις εθνικές, δεν πρόκειται να φέρει κάποια δραματική αλλάγη, καμία τέτοια αλλαγή δεν μπορεί να έρθει στην παρούσα φάση της Ελληνικής κοινωνίας, με την αδράνεια αυτής. Καμία σοβαρή αλλαγή δεν έχει έρθει ποτέ από τα πάνω, από τα κοινοβούλια και τις διαβουλεύσεις και, προς το παρών, τα «κάτω» της χώρας είναι ανησυχητικά ήσυχα, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις.

Παρόλα αυτά, λέω να ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν συμφωνώ με τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την ΕΕ. Θεωρώ ντροπή για ένα αριστερό κόμμα να αρνείται να απαντήσει όχι στα κανάλια, όχι στα τσιράκια και τους ρουφιάνους, αλλά στους πολίτες, τι θα κάνει αν η ΕΕ πεί όχι στην διαπραγμάτευση που προτείνει. Θεωρώ ξεφτίλα να έχει διάφορους παλαιοπασόκους, από αυτούς που όχι μόνο ήξεραν πολύ καλά τι συνέβαινε τόσα χρόνια (ακόμα και αν δεν ψήφισαν μνημόνια) αλλά ήταν και κόμματι όλης αυτής της συναλλαγής και της διαπλοκής.

Παρόλα αυτά, λέω να ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν θέλω να αποτελώ κομμάτι μιας κοινωνίας που κρατάει στην εξουσία τον Βενιζέλο από τον φόβο του Τσίπρα. Δεν θέλω να κυβερνάνε οι παπάδες μέσω της συγκυβέρνησης, δεν θέλω να μας πούν τα κανάλια τι να ψηφίσουμε και εμείς να πάμε να το ψηφίσουμε. Δεν θέλω να βγαίνει ο πρωθυπουργός επειδή φιλάει εικόνες και κουνάει σημαίες. Δεν θέλω να την Δευτέρα να χαίρεται ο Μπόμπολας, ο Αλαφούζος και η Eldorado Gold. Θέλω να δώ τον Πρετεντέρη και τον Πορτοσάλτε άνεργους γιατί δεν τα κατάφεραν καλά στον εκφοβισμό της κοινωνίας. Δεν θέλω να δώ την Χρυσή Αυγή να συγκυβερνά, γιατί αυτά είναι τα σχέδια της ΝΔ. Δεν θέλω να έχω μια κυβέρνηση που ξερνάει φιλοφασισμό και ρατσισμό για να φέρνει κοντά της τρομοκρατημένα κομμάτια της κοινωνίας. Θέλω να δώ τον Βενιζέλο να ψάχνει αεροπλάνο για να φύγει μπάς και γλυτώσει την φυλακή. Δεν θέλω να βλέπω τον ΔΙΑΣ της γειτονιάς να πίνει όλη μέρα καφέ στη γωνία με ύφος “γαμάω” γιατί ξέρει ότι μπορεί να “γαμάει” και να μην τον πειράζει κανένας. Δεν αντέχω να χάνει την δουλεία της μια γυναίκα επειδή έπιασε το γιο του Σαμαρά να αντιγράφει. Θέλω να πώ στην ΕΕ που κάνει κουμάντο στο σημείο να αποφασίζει αυτή τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση, να πάει να γαμηθεί. Εγώ αποφασίζω. Ακόμα και αν αποφασίζω λάθος. Σίγουρα δεν θέλω μια κοινωνία που, αφού εκλέγει που εκλέγει, διαλέγει τον Ζαγοράκη και την Σπυράκη απο τον Γλέζο και την Σακοράφα.

Τα κανάλια που ωρύονται εναντίων του ΣΥΡΙΖΑ, στην πραγματικότητα δεν τα βάζουν με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά με αυτά που εκπροσωπεί ακόμα και αν δεν τα εννοεί. Το πρόβλημα τους είναι το δικαίωμα όλων σε δωρεάν παιδεία και περίθαλψη, ο κατώτατος μισθός, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, τα εργατικά δικαιώματα, οι απεργίες. Επιτίθενται στον ΣΥΡΙΖΑ γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτός που κεντρικά τα υπερασπίζεται. Ακόμα και αν τα ξεχάσει την άλλη μέρα των εκλογών, θα έχει εκλεγεί λόγω αυτών, γιατί ο κόσμος που τον ψήφισε θα θέλει αυτές τις αξίες και αυτά τα δικαιώματα, όχι γιατί θέλει ντέ και καλά να δεί τον Τσίπρα πρωθυπουργό. Θέλω ο κόσμος που θεωρεί αξία αναφαίρετη το δικαίωμα του στην υγεία να είναι περισσότερος. Θέλω ο κόσμος που θεωρεί τις (έστω και αυτές) δημοκρατικές ελευθερίες αξία αναφαίρετη να είναι περισσότερος από αυτούς που θέλουν μπάτσους παντού και ανοιγμένα κεφάλια και στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Το πρόβλημα δεν είναι αν θα ψηφίσουμε ΣΥΡΙΖΑ ή όχι. Το ζήτημα είναι τι θα κάνουμε την επόμενη μέρα, είτε βγεί ο ΣΥΡΙΖΑ είτε όχι. Εάν η αδράνεια αυτή συνεχιστεί, το ποιος θα κερδίσει τις εκλογές μικρή σημασία θα έχει. Όποιος ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ για να τον σώσει ο Τσίπρας είναι εξίσου ηλίθιος με αυτόν που θα ψηφίσει ΝΔ για να μην του πάρουν οι κομμουνιστές το σπίτι. Με αυτή την έννοια, είτε ο ΣΥΡΙΖΑ με πουλήσει είτε όχι, μικρή σημασία έχει από την στιγμή που η ΝΔ με έχει ήδη πουλήσει. Τι είχαμε τι χάσαμε στην τελική, μικρό το κακό. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως, θές από ανάγκη, θές από προεκλογικές υποσχέσεις, θές από ιδεολογία, ίσως κάνει κάποιες μικρές παρεμβάσεις. Αυτές οι μικρές παρεμβάσεις, το πιο απλό πχ, να ανοίξει δημόσια κτήρια στους αστέγους τον χειμώνα που μας έρχεται, θα σώσουν ζωές. Ίσως αυτές οι παρεμβάσεις κρατήσουν κάποιους ανθρώπους ζωντανούς. Ακόμα και ένας λιγότερος θάνατος είναι σπουδαίο πράγμα, σημαντικότερο από οποιοδήποτε επαναστατικό πρόγραμμα ή οποιαδήποτε σχεδόν βεβαιότητα έχω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα μας πουλήσει όλους.

Λοιπόν, το χέρι μου θα διστάζει μέχρι που θα βρεθεί πάνω από την κάλπη, αλλά εγώ λέω να το ρίξω ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, για να τους δώ να τρέχουν ένα ζεστό βράδυ μιας Μαγιάτικης Κυριακής.

Και από Δευτέρα, ας ετοιμάσουμε το σκοινί για να τους κρεμάσουμε. Αν χρειαστεί.

Το μόνο σίγουρο μετά από οποιεσδήποτε εκλογές, είναι ότι όλοι έχουν νικήσει. Είτε στην πραγματικότητα επειδή βγήκαν πρώτοι ή έπιασαν τον στόχο τους, είτε στην φαντασία του ο καθένας. Δικαιολογίες και επιχειρήματα υπάρχουν άλλωστε άφθονα για να στηρίξουν την οποιαδήποτε θέση, ακόμα και την πιο εξόφθαλμα ανυπόστατη. Σύμφωνα με τον ΣΥΡΙΖΑ κυρίως, η αριστερά θριάμβευσε, έστειλε μήνυμα και τα λοιπά και τα λοιπά. Βέβαια, τι μήνυμα είναι αυτό, ένας θεός ξέρει. Σύμφωνα με τη ΝΔ, κέρδισε η επιθυμία για μεταρρύθμίσεις και σταθερότητα, σύμφωνα με το ΠΑΣΟΚ, κέρδισε ο “χώρος” που παραμένει στο πολιτικό προσκήνιο.

Η πραγματικότητα είναι ότι αυτοί που κέρδισαν τις εκλογές, ότι και αν λέει η αριστερά, είναι οι μνημονιακές δυνάμεις. Το ότι η ΝΔ κρατάει τα ποσοστά της, είναι τρομακτική νίκη. Το ότι το ΠΑΣΟΚ αυξάνει τα ποσοστά του ή μάλλον, παίρνει πολλαπλάσια ποσοστά στις τοπικές εκλογές σε σχέση με τις εθνικές, δεν το λες και ήττα. Το αντίθετο. Το ότι η αριστερά αυξάνει τα ποσοστά της είναι καλό πράγμα, αλλά δεν είμαστε στις εποχές που “πρέπει να δυναμώσει η αριστερά”. Είμαστε στις εποχές που (σύμφωνα με την ίδια) πρέπει να κυβερνήσει η αριστερά. Όσο άνοδο και αν έχει, πώς θα καταφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει κυβέρνηση σε μια χώρα στην οποία δεν ελέγχει παρά μια χούφτα δήμους και καμία περιφέρεια; Με εξαίρεση την Αττική και την Αθήνα, όπου εκεί η ένωση όλων των άλλων μάλλον θα σημάνει μια νέα ήττα. Μηδέν εις το πηλίκον δηλαδή.

Αυτά όμως είναι αποτελέσματα, αυτό που βγάζει η κάλπη και η ανάλυση αριθμών. Το μεγάλο πρόβλημα αυτών των εκλογών είναι ότι αποδεικνύει την τεράστια κατάπτωση (και σε πολλά σημεία, κατάντια ) της ελληνικής κοινωνίας. Ναι, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ κατέβασαν τα παιδιά τους ως ανεξάρτητους. Ναι, έταξαν τα πάντα. Ναι, αγόρασαν ψήφους. Ναι, διόρισαν κόσμο. Ναι, έβαλαν ανέργους σε πεντάμηνα. Ναι, όλα αυτά ισχύουν, αλλά ισχύουν σε μια κοινωνία που ήθελε να κοροϊδευθεί, να πουλήσει την ψήφο της, να διοριστεί και να μπεί σε πεντάμηνα. Σε αυτές τις εκλογές, η νίκη της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ με όλα τα συμπαρομαρτούντα (Μπέος, Μώραλης κτλ) απέδειξε κάτι: τον βαθύ ατομισμό της ελληνικής κοινωνίας.

Δεν ξέρω πως αλλιώς μπορεί να εξηγηθούν οι ψήφοι στον Βόλο. Οι εκδοχές είναι δύο: η πρώτη είναι ότι πρόκειται περι ηλιθίων. Η δεύτερη είναι ότι πρόκεται για ανθρώπους που το μόνο που τους νοιάζει, είναι το ταμείο από το οποίο θα εισπράξουν μετά τις εκλογές. Οι δημοτικές πάντα είχαν τέτοιο χαρακτήρα, μικρολαμογιάς και μικροδιαφθοράς που διαχεόταν στην κοινωνία με στόχο την στήριξη συμφερόντων στον έναν ή τον άλλον υποψήφιο. Στο ζενιθ όμως της κρίσης, το να αγοράζονται ψήφοι ανέργων για 50 ευρώ ή για 5 μήνες δουλειά από αυτούς που θα εισπράξουν σε φόρους αυτό το πενηντάρικο ή που θα κάνουν ότι δεν τους ξέρουν μετά τον 5ο μήνα, είναι πολύ χοντρό. Το να ανεχεσαι να βγουν δημαρχοι καταδικασμένοι για λαμογιές, δεν παιρνει δικαιολογίες και «δεν ήξερα». Δεν υπάρχουν πλεον δικαιολογίες, υπάρχει η ευθύνη του ψηφοφόρου που ξέρει πολύ καλά τι επιλέγει και για ποιόν λόγο το κάνει. Αντιλαμβάνομαι την δυσκολία των καιρών και το τι μπορεί να σημαίνει αυτό το 5μηνο για έναν άνεργο. Στην επαρχία όμως, που τα πράγματα δεν είναι ακόμα τόσο σκληρά, οι άνθρωποι αυτοί πούλησαν την ψήφο τους, στεγνά. Μάλιστα, σε πολλές περιοχές, οι άνθρωποι αυτοί πούλησαν την ψήφο τους σε κάποιον που μόλις βγεί θα κλείσει το τοπικό νοσοκομείο ή κάποιο σχολείο ή θα ξεπουλήσει κάποιον πλούτο της περιοχής. Για 50 ευρώ και για 5 μήνες “δουλειά” δεν θα έχουν νοσοκομείο. Ειδικά στις μικρές κοινωνίες, όπου όλοι ξέρουν τα πάντα, κανείς δεν ξεγελάστηκε από τον “ανεξάρτητο” πασόκο η νεοδημοκράτη· ήξεραν μια χαρά ότι είναι μέχρι το μεδούλι πασόκος ή νεοδημοκράτης και ότι το “ανεξάρτητος” είναι ένα μεγαλοπρεπέστατο ψέμα. Τους έδωσε όμως την δικαιολογία για να τον ψηφίσουν έχοντας μετά ήσυχη συνείδηση.
Αυτό είναι ατομισμός και βόλεμα. Δεν είναι ότι οι άνθρωποι είναι χαζοί, ούτε είναι ότι δεν έχουν καταλάβει τίποτα. Μια χαρά έχουν καταλάβει και μια χαρά είχαν συνείδηση του τι κάνουν. Γιατί το έκαναν; Γιατί μπροστά στο ρουσφέτι ΤΟΥΣ, στο βόλεμα ΤΟΥΣ δεν τους ενδιέφεραν οι επιπτώσεις αυτού που κάνουν. Αυτό είναι εξ ορισμού ήττα της αριστεράς. Όχι στην ψήφο, αλλά εκεί που πραγματικά μετράει: είναι ιδεολογική ήττα.

Η αριστερά την Κυριακή που μας έρχεται, ζητά να ψηφιστεί μαζικά για να διώξουμε τους μνημονιακούς. Δεν αντιλαμβάνομαι πραγματικά τι εννοεί. Για να το κάνει αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή να πιάσει τέτοια ποσοστά που να διώξει ουσιαστικά την κυβέρνηση, πρέπει πολύς κόσμος από αυτούς που ψήφισαν τους Μπέους και τους Μαρινάκιδες και το κάθε ντόπιο ρουσφετοπασόκι να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ. Και λοιπόν; Εχει κάποια εντύπωση ο ΣΥΡΙΖΑ ή ο οποιοσδήποτε σοβαρός άνθρωπος ότι αυτός ο κόσμος θα δώσει μάχες αν χρειαστεί; Θα κατέβει στους δρόμους ή θα αντιληφθεί ένα συνολικότερο σχέδιο για βαθιές αλλαγές; Μάλλον όχι, μόλις μια Κυριακή πρίν ψήφισε το επι χρόνια λαμόγιο του χωριού. Θα ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ με την ίδια λογική που ψήφισε και το τελευταίο πασόκο της πόλης. Αυτό δεν είναι ανατροπή, η ανατροπή χρειάζεται λαό αποφασισμένο. Όχι απελπισμένο και όχι έτοιμο να πουληθεί για το παραμικρό, όχι διατεθειμένο να επιβραβεύσει αυτούς που εν γνώσει του τον κοροϊδεύουν μπροστά στα μάτια του.

Αυτό που θριάμβευσε είναι ο ραγιαδισμός, ο σταρχιδισμός και ο ατομισμός. Αυτά δεν είναι σημάδια κοινωνίας. Όχι υγειούς κοινωνίας, αλλά κοινωνίας γενικότερα. Μια κοινωνία που είναι έτοιμη να πιστέψει οτιδήποτε, δεν έχει σωτηρία. Τα γκάλοπ δείχνουν νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, το γενικότερο κλίμα δείχνει νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σίγουρος ότι θα νικήσει την Κυριακή. Εγώ σταμάτησα να είμαι σίγουρος. Ο “μέσος Έλληνας” θέλει κουτσαβάκη πρωθυπουργό γιατί είναι ο καθρέφτης του, όσο και αν η αριστερά το χρησιμοποιεί ως κατηγορία. Δεν είναι. Θέλει πρωθυπουργό να προσεύχεται, έστω και αν ξέρει ότι αυτός ο ίδιος “χριστιανός” καταδικάζει σε θάνατο το λαό του. Θέλει το δούλεμα, θέλει να ακούσει για θέσεις εργασίας, αυτές που προανήγγειλε ο Σαμαράς και που όλοι, όλοι όμως, ξέρουν ότι είναι ψέμα, αλλά δεν έχει σημασία· η δικαιολογία για να τον ψηφίσουν δόθηκε και αυτό είναι που μετράει.

Το μόνο θετικό αυτών των εκλογών ήταν οι Σκουριές. Εκεί που ο αγώνας και το όραμα και η πίστη στη νίκη και η αλληλεγγύη και οι διώξεις και οι μάχες και η οργάνωση και η συνεχής καθημερινή πάλη δεν έπετρεψαν στα ρουσφέτια και τους διορισμούς και το χρήμα και τον εξευτελισμό να νικήσουν. Εκεί που δεν επετρεψαν στον εαυτό τους να πουλήσουν την ψήφο τους. Στην υπόλοιπη Ελλάδα, νίκησε ο βούρκος. Από τον βούρκο δεν ξεκολλάς εύκολα, είναι σαν την κινούμενη άμμο. Αυτοί που παλεύουν να ξεκολλήσουν, είναι αυτοί που πρώτοι θα βυθιστούν μέσα σε αυτόν. Οι υπόλοιποι, θα βυθιστούν μετά το 5μηνο.

Αρέσει σε %d bloggers: